Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Geocaching 3 Not found


Τελικά το geocaching έχει πολύ χαβαλέ. Μια ολόκληρη κοινωνία ανθρώπων που τους αρέσει η φύση, η περιπέτεια, οι γρίφοι και η τεχνολογία, είναι διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο και τοποθετούν ή ψάχνουν κρύπτες κοινοποιώντας και μοιράζοντας με άλλους τις εμπειρίες τους. Σύμφωνα με το  geocaching.com αυτή τη στιγμή έχουν δηλωθεί πάνω από 1.300.000 κρύπτες σε όλο τον κόσμο.

Εμείς πάλι μπαίνουμε στο geocaching.com, ψάχνουμε για κρύπτες, διαβάζουμε geocaching ιστορίες μελλών, κάνουμε geocaching chat με άλλους geocachers και γενικά το ψάχνουμε το θέμα.

Αλλά θες λίγο το ότι στην Ελλάδα το hobby δεν είναι και πολύ διαδεδομένο, λίγο η απειρία, και λίγο η γκαντεμιά μετά τη θριαμβευτική πρώτη εύρεση στα Τέμπη του Νέστου ακολούθησαν 3 αποτυχίες.

Αποτυχία Νο 1 – Πρωτομαγιάτικη Απογοήτευση

Πρωτομαγιά 2011 και με την οικογένεια και ένα φιλικό ζευγάρι εκδράμουμε στη Κεραμωτή. Καταπληκτική ευκαιρία για να βρούμε τη κρύπτη GC24TGD που σύμφωνα με τις οδηγίες βρίσκεται σε Β40.88992 Α24.76497. Βάζουμε τις συντεταγμένες στο gps και αφού περάσαμε τη Χρυσούπολη και τα χωριά της, μετά τη Νέα Καρυά στρίψαμε αριστερά ακολουθώντας τις πινακίδες για το Κέντρο Υποδοχής Επισκεπτών Νέστου σε ένα χωματόδρομο περίπου 2 χιλιόμετρα, κοντά στο Δέλτα του ποταμού.  Ο χωματόδρομος μας έβγαλε σε ένα χώρο αναψυχής με κιόσκια, παγκάκια και βρύσες όπου λόγω της ημέρας υπήρχαν αρκετές παρέες που βγήκαν να πιάσουν τον Μάη. Ήδη αυτό το γεγονός με προβλημάτισε αρκετά γιατί δεν ήξερα πως θα είναι να αρχίσω το ψάξιμο της κρύπτης με ένα σωρό geomuggles τριγύρω.

GEOMUGGLE ή σκέτο MUGGLE = Λέξη δανεισμένη από τον Harry Potter που εννοεί αυτόν που δεν ασχολείται με το hobby και δε μπορεί να καταλάβει τι κάνουν κάποιοι με κάποια συσκευή στο χέρι που ψάχνουν σε χόρτα, θάμνους και πέτρες.

Φτάσαμε στο κοντινότερο σημείο που σύμφωνα με τις οδηγίες θα έπρεπε πλέον να αφήσουμε το αυτοκίνητο και να ακολουθήσουμε τη κατεύθυνση που έδειχνε το gps καμία 30αριά μέτρα προς τα αριστερά. Το spoiler έδειχνε μια  πινακίδα που όριζε την αρχή του μονοπατιού και μία πεσμένη πόρτα στο φράχτη απ’ όπου θα μπορούσαμε εύκολα να φτάσουμε στη κρύπτη.

SPOILER = Μασημένη τροφή. Κάποιο βοηθητικό στοιχείο (συνήθως φωτογραφία) που σου δείχνει ακριβώς το σημείο της κρύπτης. Οι έμπειροι geocachers αποφεύγουν να χρησιμοποιούν spoilers  για να μην τους χαλάει τη μαγεία του κυνηγιού.  Είναι σαν να βλέπεις ένα αστυνομικό film και κάποιος να σου αποκαλύπτει το δολοφόνο πριν τελειώσει η ταινία. 
  
 Ήμασταν ακριβώς σε αυτό το σημείο. Η πινακίδα ήταν στη θέση της όπως και ο φράχτης αλλά… κάποιος φρόντισε να επισκευάσει ( έστω και άτσαλα) τη πόρτα του φράχτη και η κρύπτη ήταν πλέον απροσπέλαστη. Ήμουν μόλις 30 μέτρα μακριά της αλλά εκτός και αν ήθελα να θεωρηθώ παραβάτης, δε μπορούσα να πλησιάσω καν εκεί κοντά.

 
Αφού έψαξα όλες τις εναλλακτικές και  αφού δε μπόρεσα να βρω κάποιο νόμιμο τρόπο να εισέλθω στη περιοχή εγκατέλειψα το χώρο και έπνιξα το geocache-πόνο μου σε παρακείμενη ταβέρνα της Kεραμωτής παρέα με την οικογένεια και τους φίλους.

Όταν γύρισα σπίτι έκανα ως όφειλα τη δήλωση Not Found στο geocaching.com και ελπίζω ο ιδιοκτήτης της κρύπτης να λάβει τα απαραίτητα μέτρα.


Αποτυχία Νο2 – Πέφτει, πέφτει, πέφτει το νερό.

Το ραντεβού ήταν 5:00 το πρωί του Σαββάτου 07/05/2011. Κάποια αβλεψία μου μας έκανε να καθυστερήσουμε κανένα 20λετο και έτσι 05:20 ξεκινούσαμε με το Σάββα. Προορισμός η κρύπτη GC2NHDP σε στίγμα Β41.3274 Α24.67192 ή πιο απλά : στους καταρράκτες του Λειβαδίτη.

Περάσαμε τη Σταυρούπολη, Καρυόφυτο και Λειβαδίτη και μετά από καμία ώρα από την αναχώρησή μας αφήναμε την άσφαλτο και μπαίναμε στο χωματόδρομο που θα μας οδηγούσε στην αρχή του μονοπατιού για τους καταρράκτες. Ο χωματόδρομος ήταν σε άσχημη κατάσταση, γεμάτος νεροφαγιές και πετροκοτρονολίθαρα και μέχρι να φτάσουμε στο parking φάγαμε πολύ φραπέ.

ΦΡΑΠΕ = Μη geocaching λεξιλόγιο. Εννοεί κυρίως τις αόριστες κινήσεις του κεφαλιού και την επίδραση που έχει στο ανθρώπινο σώμα ένας κακοτράχαλος δρόμος που τον διασχίζεις με όχημα ακόμα και αν αυτό είναι RAV 4.

 








Πήραμε το κατηφορικό μονοπάτι και κινηθήκαμε μέσα στο δάσος της Οξιάς. Στο δρόμο μας μερικά ξεριζωμένα δέντρα μαρτυρούσαν τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στη περιοχή κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Κατά μήκος της διαδρομής το δασαρχείο έχει φροντίσει να τοποθετήσει χρήσιμες πινακίδες, κιόσκια και παγκάκια και έτσι η πορεία γίνεται  σε πολιτισμένο περιβάλλον.
 
Κατά τη διάρκεια της κατηφόρας ακούγαμε το θόρυβο από τους καταρράκτες και σε κάποιο σημείο μάλιστα, καθώς πήραμε μία στροφή, η κατεύθυνση του ήχου πέρασε από το αριστερό αυτί στο δεξί. Στην αρχή νόμισα ότι μου φάνηκε αλλά το επιβεβαίωσα στηνάνοδο όπου συνέβη ακριβώς το ίδιο και μάλιστα συμφώνησε και ο Σάββας σε αυτό. Ο λόγος για το «φαινόμενο» είναι ότι καθώς κινούμασταν ακούγαμε τον ήχο του πρώτου καταρράκτη, του λεγόμενου  και «μικρού» ενώ μετά τη στροφή ο ήχος προέρχεται από τον δεύτερο… τον «μεγάλο». Για να είμαι ειλικρινής δε παίρνω και όρκο ότι αυτός είναι ο λόγος αλλά τουλάχιστον είναι μια λογική και βολική δικαιολογία.
Λίγο πιο κάτω, πίσω από ένα βράχο  είχαμε μία καταπληκτική θέα του «μικρού» καταρράκτη Είμασταν πολύ τυχεροί που είχε πολύ νερό και έπεφτε εντυπωσιακά μέσα στη χαράδρα. Απ’ όσο ξέρω στο «μικρό» καταρράκτη δε μπορείς να πλησιάσεις παρά μόνο να τον δεις από μακριά και μερικές φορές λόγω λειψυδρίας έχει πολύ λίγο νερό και είναι έως και ανύπαρκτος. 


Συνεχίσαμε κατηφορικά και δε αργήσαμε να βρεθούμε πιο χαμηλά, κοντά στον «μεγάλο». Διασχίσαμε το ξύλινο γεφυράκι και πήραμε τη μικρή ανηφόρα για να βρεθούμε ακριβώς απέναντι από τον καταρράκτη στο σημείο που μας υποδείκνυε   το gps.  Το νερό έκανε μία πολύ εντυπωσιακή πτώση από 40 και βάλε μέτρα και αν και ήταν η τρίτη μου επίσκεψη,  αυτή τη φορά ο καταρράκτης μου φάνηκε εντυπωσιακότερος από ποτέ.  


Αφήσαμε το νερό να κάνει τη δουλεία του και το ρίξαμε στο ψάξιμο. Είχαμε μία κρύπτη που μας περίμενε να την ανακαλύψουμε ή έτσι νομίζαμε τουλάχιστον. Σύμφωνα με τις οδηγίες η κρύπτη που ήταν ένα μικρό αλουμινένιο μπουκαλάκι με χρώματα παραλλαγής, και μάλλον θα έπρεπε να βρίσκεται κάτω από το πέτρινο παγκάκι, δίπλα από ένα χτιστό βάθρο με φωτογραφίες και πληροφορίες για τη περιοχή. 
 








Αρχίσαμε τις «ανασκαφές» κάτω από το παγκάκι αλλά και στο γύρω χώρο, ανασηκώνοντας κλαδιά, φύλλα και πέτρες αλλά και οτιδήποτε μας φαινόταν πιθανή κρυψώνα. Ένας αλουμινένιος  κρίκος που καθρέφτισε το φως από τον φακό μας φάνηκε ότι ήταν η επιβράβευση των προσπαθειών μας. Αλλά δυστυχώς ήταν ένα απλό καπάκι από κονσέρβα και μάλιστα από κονσέρβα τονοσαλάτας. Αισθανθήκαμε σαν το ψαρά που ρίχνει τη πετονιά αλλά τελικά ψαρεύει γαλότσες.

Συνεχίσαμε για καμιά 15αριά λεπτά ακόμα αλλά είχαμε αρχίσει να απογοητευόμαστε. Κάναμε όλα τα πιθανά σενάρια. Είτε δεν ήμασταν στο σωστό μέρος, είτε δεν σκάψαμε αρκετά βαθιά, είτε το πήρε κάποιος μη σεβόμενος τους κανόνες του παιχνιδιού, είτε παρασύρθηκε, είτε, είτε, είτε…

Εδώ που τα λέμε τα τελευταία 2 σενάρια δε  φαίνονται και πολύ απίθανα. Ακριβώς μπροστά από το πέτρινο παγκάκι ένα πεσμένο – ξεριζωμένο δέντρο που έσκαψε μάλιστα και το μονοπάτι, δικαιολογεί κάποια πιθανότητα να βγήκε η κρύπτη στην επιφάνεια και είτε να τη βρήκε κάποιος είτε να παρασύρθηκε μέσα στο ποτάμι.

Όπως και να έχει πάντως, γεγονός είναι ότι κρύπτη δεν υπήρχε και ελαφρώς απογοητευμένοι από το Not Found αλλά γοητευμένοι από το μεγαλείο της φύσης πήραμε την ανηφόρα. Πάντως ακόμα και αν δεν ψάχναμε για τη κρύπτη, μόνο και μόνο η βόλτα στους καταρράκτες αποτελεί από μόνη της μία καταπληκτική εμπειρία και σε τελική ανάλυση, το Not Found, μάλλον δε μας πείραξε και τόσο πολύ.

Βρεθήκαμε και πάλι απέναντι από τον μικρό καταρράκτη. Αυτή τη φορά ανεβήκαμε πάνω σε ένα βράχο που προσφέρει καλύτερη θέα και θαυμάσαμε το τοπίο. Αν και από μακριά ο «μικρός» ήταν εξίσου εντυπωσιακός. Βγάλαμε και τις σχετικές φωτογραφίες για το blog και συνεχίσαμε.



 Κατά την επιστροφή φάγαμε και πάλι φραπέ στον χαλασμένο χωματόδρομο. Σίγουρα θα πρέπει να επισκευαστεί ο δρόμος γιατί σε αντίθετη περίπτωση γρήγορα θα πάψει να είναι βατός και προσπελάσιμος.

 Κατά τις 10:00 είχαμε επιστρέψει σπίτι. Στην αναφορά μας στο geocaching.com στείλαμε και ένα mail στους ιδιοκτήτες της κρύπτης ρωτώντας τους για το σημείο που την είχαν βάλει. Η απάντηση τους επιβεβαίωνε κάποια από τα σενάρια μας. Και οι ίδιοι μας είπαν ότι πράγματι την έκρυψαν κάτω από το παγκάκι, και ότι μάλλον την είχε πάρει κάποιος ή πιθανόν είχε παρασυρθεί από βροχή. Αυτό σαφώς μετρίασε κάπως την απογοήτευσή μας. 


 Αποτυχία Νο3 - Το μεγάλο ξενέρωμα. 

To στίγμα για τη κρύπτη GC23ND ήταν αρκετά κοντά μας : Β40.96393 Α25.12523. Δηλαδή στο Φανάρι του Ν. Ροδόπης. Όλα τα στοιχεία έδειχναν ότι θα ήταν ένα εύκολο cache.Είναι σχετικά κοντά, έχει δρόμο και δε χρειάζεται να ανεβοκαταβαίνεις μονοπάτια, δε θέλει πολύ ώρα να φτάσεις εκεί κτλ, κτλ.

Μια πολύ γρήγορη ανάγνωση στο geocaching.com (και αυτό ήταν και το λάθος μας) και ένα απογευματάκι μετά τη δουλειά αποφασίσαμε να πάμε να βρούμε τη κρύπτη. Είχαμε συνεννοηθεί και ο Σάββας ξεκίνησε νωρίτερα με το ποδήλατο για να τον προλάβω εγώ αργότερα. Βρεθήκαμε κάπου πριν το Πόρτο Λάγος και σε κανά δεκάλεπτο μπαίναμε στο Φανάρι και κατευθυνθήκαμε προς την άκρη του λιμανιού, εκεί που υποτίθεται πως κάτω από τη βάση μίας σιδερένια κολώνας (ενός παλιού φάρου για την ακρίβεια) ήταν η κρύπτη.

Χρειάστηκε να περπατήσουμε μόνο 1.5 λεπτό  Σκεφτόμασταν ότι είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό. Η σιδερένια κολώνα ήταν εκεί και η πρόσβαση στη βάση υπερβολικά εύκολη από κάθε πλευρά  Όμως κρύπτη πουθενά. Ψάξαμε στη βάση της κολώνας, στη βάση του κρηπιδώματος, στη βάση του κυματοθραύστη, και κάτω από τους βράχους. Ξαπλώναμε από κάτω και φωτίζαμε με το φακό στο εσωτερικό της κολώνας, επιβεβαιώναμε με το gps τα στοιχεία και το στίγμα  αλλά τζίφος.

Ένας ψαράς που εκείνη την ώρα έβγαινε με το καΐκι του από το λιμάνι μας κοίταζε με απορία. Κλασική περίπτωση muggle.

Είχαν ήδη προηγηθεί τα Not Found και σε αυτές τις περιπτώσεις σε πιάνει μία απογοήτευση αφού είσαι σίγουρος ότι η κρύπτη είναι στη θέση τους αλλά εσύ είσαι αυτός που δε μπορείς αν τη βρεις.

Η αλήθεια είναι ότι στο σημείο που υποτίθεται ότι ήταν το μικρό κουτάκι φωτογραφικού φιλμ πιασμένο με μαγνήτη στη βάση της κολώνας, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα είτε να το έχει βρει κάποιος που κάνει τη βόλτα του πάνω στον προβλήτα, είτε να έχει ξεκολλήσει ο μαγνήτης λόγω της σκουριάς και της αλμύρας που έχουν καταφάει τον παλιό φάρο.

 Βέβαια με τέτοιο ξενέρωμα μη περιμένετε καμία ιδιαίτερη φωτογραφία. Ιδού μία από τη βάση του φάρου με την ανύπαρκτη κρύπτη και πολύ του είναι.

 Στο υπόλοιπο 1.5  λεπτό της επιστροφής στο αυτοκίνητο ανοίξαμε και κανα–δυό καπάκια από φρεάτια μπας και … αλλά και πάλι no luck.

Κατά τη δήλωση Not Found στο site ανακαλύψαμε και το λάθος μας. Η κρύπτη είχε τοποθετηθεί τον Φεβρουάριο του 2010. Μέχρι και τον Ιούνιο δεν υπήρχε καμία αναφορά. Από κει και μετά όμως 3 geocachers αναφέρουν Not Found. Μία προσεχτικότερη ματιά στις πληροφορίες θα μας είχε γλυτώσει από το χάσιμο χρόνου και από την απογοήτευση. 

Επίλογος.

Φαίνεται να έχει τριτώσει το κακό. 3 απανωτά Not Found μας απογοήτευσαν ελαφρώς αλλά εκτός από το ξενέρωμα μας χάρισαν εμπειρία, γνώση και όμορφες στιγμές. Θα εκμεταλλευτούμε όλα τα δεδομένα αφού στη γύρω περιοχή μας περιμένουν ακόμα 3 τουλάχιστον κρύπτες αλλά και όσες έχουμε σκοπό να σπείρουμε και εμείς. 

Τα λέμε…

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Και εγένετο geocaching

Μερικές φορές εξίσου ενδιαφέρον με τις δραστηριότητες που περιγράφονται στο blog, έχουν και οι «παράπλευρες» δραστηριότητες που αφορούν τις φωτογραφίες, τη καταγραφή  των στιγμάτων και την ανασκόπηση των διαδρομών αλλά και η ψηφιακή τοποθέτηση φωτογραφιών σε Ιντερνετικούς χάρτες.

Ψάχνοντας λοιπόν για το geotagging, δηλαδή το ψηφιακό μαρκάρισμα φωτογραφιών με συντεταγμένες ώστε να μπορείς να τις βάλεις στο google maps, έπεσα πάνω στο… geocaching.
Τι είναι το geocaching λοιπόν? Σκέψου ένα από τα αγαπημένα παιδικά παιχνίδια : το Κυνήγι του Θησαυρού. Μια σειρά από γρίφους που η λύση του ενός οδηγούσε σε επόμενο γρίφο μέχρι ο τελικός να αποκαλύψει το «Θησαυρό». Κάτι παρόμοιο είναι το geocaching μόνο που αντί για κρυμμένους γρίφους  οι «Θυσαυροκυνηγοί» χρησιμοποιούν GPS και στο τελικό «Θησαυρό» δε φτάνεις λύνοντας αινίγματα αλλά βρίσκοντας τη τοποθεσία από συντεταγμένες που έχεις βρει από το Internet.   

Ο «Θησαυρός» δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία κωδικοποιημένη κρύπτη (cache), ένα σημείο δηλαδή όπου βρίσκεται κρυμμένο κάποιο δοχείο ανεξαρτήτου μεγέθους που περιέχει οδηγίες για το παιχνίδι, ένα logbook για να καταγραφεί η εύρεση, ένα στυλό ή μολύβι αν χωράει στο δοχείο και ένα μικρό αντικείμενο για να το πάρει ως αναμνηστικό όποιος βρει τη κρύπτη που θα πρέπει όμως να  επίσης να αφήσει κάτι ως αναμνηστικό δώρο για τον επόμενο.
Παράδειγμα Κρύπτης
Το  geocaching έχει τους δικούς του κανόνες (π.χ Αφήνω τη κρύπτη στη κατάσταση που τη βρήκα, ή παίρνω δώρο αφήνω δώρο), τη δική του ορολογία (π.χ FtF=First to Find ή Muggles= Οι μη ασχολούμενοι με το geocaching), τα δικά του εργαλεία ή αντικείμενα (π.χ συσκευές GPS ή travelbugs) και βέβαια τις δικές του σελίδες στο internet   (π.χ www.geocaching.com ή  www.geocaching.gr.) κτλ.
www.geocaching.com
 Έτσι λοιπόν αφού διαπιστώσαμε ότι στη περιοχή μας υπήρχε σχετικά κοντά μας μία κρύπτη με κωδικό GC2NHAN, τι πιο φυσικό να «άρουμε τα ιμάτια μας» και να πάμε να τη βρούμε. Μεγάλη Παρασκευή λοιπόν και αφού ο Σάββας είχε ολοκληρώσει νωρίτερα κάποιες δουλειές δώσαμε ραντεβού στις  7¨00 το πρωί στην αλάνα δίπλα στο Νέστο στη Γαλάνη.
Νέστος το πρωί
 Σύμφωνα με τα στοιχεία μας η κρύπτη Nestos River βρίσκεται στο στίγμα Ν 41.09705 Ε 24.75247 όχι μακριά από το σημείο που βρισκόμασταν, πάνω στο μονοπάτι του Νέστου. Καθόλου δύσκολη περίπτωση και καθόλου άσχημα για τη πρώτη φορά που θα ασχολούμασταν. 

Πραγματικά με οδηγό τα στοιχεία από το www.geocaching.com και πλοηγό το GPS του Σάββα δεν αργήσαμε να βρεθούμε στο σημείο και ούτε αργήσαμε να βρούμε τη κρύπτη. Για να μη χαλάσω τη χαρά του geocaching δε θα αναφέρω περισσότερες λεπτομέρειες για τη τοποθεσία της.
Προς τη κρύπτη
 Το δοχείο είναι μια μικρή θήκη φωτογραφικού film. Δεν περιέχει τίποτα περισσότερο από το logbook και τις οδηγίες . Με μεγάλη μας χαρά είδαμε ότι ήμασταν FTF δηλαδή First To Find.  Χρησιμοποιήσαμε ένα δικό μας στυλό αφού ξέραμε ότι δεν υπάρχει στη κρύπτη, υπογράψαμε στο ημερολόγιο, ξανατυλίξαμε τα χαρτιά, βάλαμε και ένα αναμνηστικό κομπολογάκι μέσα,  κλείσαμε το καπάκι και ξαναβάλαμε το δοχείο στη κρύπτη για τον επόμενο cacher όπως ορίζουν οι κανόνες του παιχνιδιού. Α! βγάλαμε και μερικές φωτογραφίες αλλιώς τι θα έβαζα στο blog.
LogBook
 Aφού λοιπόν το πρώτο κυνήγι στέφθηκε με επιτυχία προγραμματίζουμε το 2ο με σκοπό να βρούμε και τις 5 κρύπτες που υπάρχουν εδώ γύρω (σε ακτίνα 30 χλμ)   αλλά και να δημιουργήσουμε δικές μας κρύπτες για βάλουμε τη περιοχή για τα καλά στο χάρτη των geocachers

Οσοι πιστοί προσέλθετε...




Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Μια βόλτα στο Ενδιάμεσο

Αν κοιτάξεις τα υψώματα που περιτριγυρίζουν τη Ξάνθη  προς τη Χρύσα, ξεχωρίζουν 3 χαρακτηριστικοί ορεινοί όγκοι. Ο ένας στα αριστερά είναι το γνωστό «Αυγό» το οποίο αποτελεί και τη «μούσα» αυτού του ιστολογίου. Το άλλο ύψωμα είναι η «Μελτή» ή«Μισκιν Τεπέ» με τη πριονωτή πλαγιά που έχει και τη ψηλότερη και πιο μυτερή κορφή κα ανάμεσα σε αυτά τα 2 είναι ένα χαμηλότερο ύψωμα με 2 στρογγυλεμένες κορυφές για το οποίο όσο και αν έψαξα δε βρήκα κάποια επίσημη ή ανεπίσημη ονομασία και για αυτό θα το αποκαλέσω «Ενδιάμεσο».

 Το «Ενδιάμεσο» λοιπόν ήταν ο στόχος μας για  το Σάββατο 9 Απριλίου του 2011. Έτσι πήραμε το δρόμο πάω από τη Χρύσα δίπλα από τη δεξαμενή, πάνω από το Ψυχολογικό κέντρο. Μετά το μικρό μονοπατάκι ανάμεσα στ πεύκα, μερικά τσιμεντένια σκαλάκια μας έβγαλαν στους πρόποδες του «Ενδιάμεσου». Από αυτό το σημείο ξεκινάει και η 4ηεναλλακτική διαδρομή για το «Αυγό» και ο περίφημος κώνος του βρίσκεται μπροστά και προς τα δεξιά από το τσιμεντένιο κεφαλόσκαλο. 
Το Αυγό δεξιά
Τα 2 υψώματα χωρίζονται από μία χαράδρα που καταλήγει στα παλιό λατομείο που περιγράφεται  σε προηγούμενη ανάρτηση οπότε πρώτο μας μέλημα ήταν να δούμε σε ποιο σημείο ενώνονται και από πού πάει το μονοπάτι για το «Αυγό».  Έτσι λοιπόν ο Σάββας κατηφόρισε προς τη χαράδρα ενώ εγώ συνέχισα προς τα πάνω ώστε να έχουμε άποψη της περιοχής από 2 κατευθύνσεις. Αυτό το σημείο βρίσκεται περίπου 700-800 μέτρα από τα τσιμεντένια σκαλάκια, προς τα δεξιά, πριν αρχίσει να βαθαίνει η χαράδρα, πάνω από τα καμμένα.
Από το μονοπάτι του Αυγού
Πρός το μονοπάτι του Αυγού
 Αφού βρήκαμε το μονοπάτι συνεχίσαμε την ανηφόρα μέχρι τη πρώτη μικρότερη κορυφή έχοντας πάντα στα δεξιά μας το «Αυγό» που έκρυβε τον ήλιο που είχε αρχίσει να ανατέλλει πάνω από τη πόλη. Η διαδρομή δεν είναι δύσκολη, απλά ανηφορική. Δεν υπάρχει κάποιο σηματοδοτημένο μονοπάτι (ή τουλάχιστον εμείς δε βρήκαμε κάτι) αλλά δεν υπάρχει και κανένας ιδιαίτερος λόγος για αυτό αφού στο γυμνό βραχώδες έδαφος δεν υπάρχει κάτι που να εμποδίζει την άνοδο.
Ανηφόρα
Ανηφορίζοντας όχι κάθετα αλλά πλάγια φτάσαμε προς τη δυτική πλευρά όπου πλέον μπορούσαμε να δούμε σχεδόν από το ίδιο ύψος τις πριονωτές πλαγιές του «Μισκίν Τεπέ». Εκεί υπάρχουν και κάποιο πεσμένοι πάσσαλοι από ένα παλιό συρματένιο φράχτη προφανώς για προστασία περηπατητών ή κοπαδιών τα παλιότερα χρόνια.
Πάσαλος
Συρματόπλεγμα










Η θέα προς τη πόλη είναι περιορισμένη αφού το «Αυγό» κρύβει όλη την ανατολική πλευρά και η πρωινή καταχνιά εμπόδιζε το μάτι να φτάσει μακριά προς το κάμπο και προς τα Δυτικά οπότε δε δώσαμε και πολύ σημασία στο θέμα «θέα» και συνεχίσαμε προς τη πρώτη «κορυφή».  Στη πραγματικότητα δε πρόκειται ακριβώς περί κορυφής αλλά για ένα πλάτωμα σε υψόμετρο λίγο περισσότερο από 500 μέτρα στο τέλος της ανηφόρας κάτι περισσότερο από 1 χιλιόμετρο από το σημείο που ξεκινήσαμε. Για το ψηλότερο σημείο του «Ενδιάμεσου» χρειάζονται ακόμα περίπου 600 μέτρα  Αυτά τα τελευταία μέτρα έχουν περισσότερη βλάστηση από τη προηγούμενη ξερή βραχώδη πορεία. Εκεί τελικά είδαμε και κάποια αραιά, παλιά, ξεθωριασμένα σημάδια από παλαιότερες ορειβατικές αποστολές  που οδηγούν προς το υψηλότερο σημείο.
Παλίο σημάδι
 Ανάμεσα στο πλάτωμα και τη κορυφή υπάρχουν  ερείπια τοίχους πιθανότατα συνέχεια της οχύρωσης του «Κάστρου του Αυγού» ή άλλης ξεχωριστής κατασκευής. Είναι να απορεί κανείς με τις συνθήκες που επικρατούσαν τα παλιότερα χρόνια και που ανάγκαζαν τους ανθρώπους να κατασκευάζουν τείχη σε τέτοια μέρη. 
Ερείπια Τοίχους
 Χωρίς  ιδιαίτερο κόπο φτάσαμε στη κορυφή που είναι χαμηλότερη από το «Αυγό». Η θέα προς τα υπόλοιπα βουνά είναι καταπληκτική. Στα Δυτικά είχαμε τις πριονωτές κορυφές πάνω από τη χαράδρα που χωρίζει το «Ενδιάμεσο» και το «Μισκίν Τεπέ» και πιο ψηλά τη κορυφή. Ίσια μπροστά το «Τσάλ» στο οποίο προφανώς μπορείς να φτάσεις αν συνεχίσεις την πορεία  προς στο βορά και αριστερά μας το «Αυγό». Με τα κιάλια βρήκαμε ενδιαφέροντα σημεία στα τριγύρω βουνά όπως π.χ το υψομετρικό της απέναντι κορυφής,  κάποια απροσδιόριστη κατασκευή στο βάθος της χαράδρας κοντά σε κάτι που έμοιαζε με σπαρμένο χωράφι, κάποια μαντριά ανάμεσα στο «Αυγό» και στο «Τσάλ» ή τα ερείπια του κάστρο  στη κορυφή του «Αυγού» που όμως δε πολυφαινόταν γιατί μας εμπόδιζε η αντηλιά.

                                                      

Κάτσαμε ακόμα κανά 10λεπτο και έπειτα πήραμε το δρόμο της επιστροφής.  Κάποια στιγμή στη παρέα μας 2 σκυλιά που μας συντρόφευσαν για λίγο μέχρι να τα φωνάξει το αφεντικό τους που έκανε τη βόλτα του προς το «Αυγό». 

Κατηφόρα
 Στη κατηφόρα  ακολουθήσαμε λίγο διαφορετική διαδρομή αφού πλέον δεν υπήρχε κάποιος λόγος για παράκαμψη και συναντήσαμε κάτι μικρούς σκαμμένους για προφανώς κάποια άλλου είδους δραστηριότητα. Ένας μικρός βράχος στηριγμένος πάνω σε μία πέτρα δίπλα από ένα κρατήρα ήταν ένας λόγος για φωτογραφία. 
Βράχος πάνω σε πέτρα
Κρατήρας
Η εκδρομή στο «Ενδιάμεσο» είναι μια ευχάριστη διαδρομή για κάποιον που θέλει να περάσει όμορφα κανα 2ωρο κάνοντας πεζοπορία στη φύση χωρίς να φύγει μακριά από τη πόλη. Λόγω του βραχώδους  της περιοχής υπάρχει περισσότερο από άλλες περιπτώσεις ένα θεματάκι με ανεπιθύμητες συναντήσεις (π.χ φίδια) και για αυτό καλά θα είναι να υπάρχει η κατάλληλη προετοιμασία και τα απαραίτητα εφόδια όπως για κάθε εξόρμηση στο βουνό.

Και οπωσδήποτε και πάνω απ’ όλα να υπάρχει καλή παρέα. 
Το Τσάλ από τη κορυφή του "Ενδιάμεσου
Η πριονωτή πλευρά του Μισκίν Τεπέ




Τρίτη 5 Απριλίου 2011

O Τρίτος Δρόμος


Σε προηγούμενες αναρτήσεις είχα αναφέρει τις 2 διαδρομές που συνήθως χρησιμοποιούνται για το Αυγό. Τη πλέον συνηθισμένη που ξεκινάει από το «γήπεδο» της Ιερατικής Σχολής και περνάει από  τη "διασταύρωση" για το Τσαλ και αυτή που περνάει από το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, ανεβαίνει το ζωγραφιστό βράχο, περνάει από το Δέντρο του Βοριά, κατηφορίζει τον Αυχένα και παίρνει την ανηφόρα για τη Κορυφή. Υπάρχει και η 4η διαδρομή από τη Χρύσα αλλά αυτό θα αποτελέσει μελλοντική αναφορά.

Οπότε, αν και άργησα, δικαιωματικά η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη 3η εναλλακτική για την οποία προσωπικά έχω και μία ιδιαίτερη αδυναμία καθώς ήταν η πρώτη διαδρομή που έκανα πριν από 25 χρόνια και η μόνη που ήξερα μέχρι πριν από λίγους μήνες.

Η διαδρομή αυτή λοιπόν ξεκινάει από τα παλιά λατομεία, λίγο πιο κάτω από το σημείο που χρησιμοποιούνταν παλιότερα σαν πεδίο εκπαίδευσης της αναρριχητικής σχολή του ΕΟΣ Ξάνθης.  Σήμερα έχουν γίνει παρεμβάσεις στο χώρο και χρησιμοποιείται πλέον για parking  του Καζίνο, οπότε το πεδίο εκπαίδευσης μάλλον έχει εγκαταλειφθεί. Τέλος πάντων ακόμα θυμάμαι τα αναρριχητικά κλειδιά καρφωμένα στους βράχους και τη σχετική πινακίδα που όσο και αν έψαξα δε τη βρήκα.

Μόλις είχε αρχίσει να αχνοφέγγει. Με τον Σάββα και τον Αλέξανδρο αφήσαμε το αυτοκίνητο στο parking και κατηφορίσαμε μερικά μέτρα για αν βρούμε ακριβώς το σημείο που ανέφερε το Hellaspath. Διασχίσαμε ένα ρυάκι και σχεδόν αμέσως βρεθήκαμε κάτω από ένα βραχώδη όγκο που ήταν και η αρχή του “μονοπατιού” όπου υπήρχαν και σημάδια. Δε γνωρίζω αν σήμερα ο χώρος χρησιμοποιείται όπως στο παρελθόν αλλά τα σημάδια δείχνουν ότι αποτελεί μία ενεργή διαδρομή.

Αρχίσαμε το σκαρφάλωμα. Κάπου στη μέση της αναρρίχησης διαπιστώσαμε ότι τα μπαστούνια μας όχι μόνο δε μας χρησίμευαν  αλλά μας εμπόδιζαν κιόλας και αποφασίσαμε να τα ξεφορτωθούμε. Τα πετάξαμε λοιπόν όσο πιο μακριά γινόταν και ελπίζαμε να μπορέσουμε να τα ξαναβρούμε στην επιστροφή. Συνεχίσαμε το σκαρφάλωμα και κάπου κατά κει πρέπει να ήταν που το gps μου ζουλήχθηκε σε ένα βράχο και παρέδωσε το πνεύμα. Το ότι είχε σπάσει η οθόνη αφής το κατάλαβα πολύ αργότερα στην κατεβασιά. Μια ακόμα παράπλευρη απώλεια λοιπόν. 

Με το που τελείωσε η αναρρίχηση βρεθήκαμε μέσα στα αποκαΐδια. Ότι απέμεινε από τη φωτιά που είχε ξεσπάσει σε αυτό το σημείο το καλοκαίρι του 2008 ήταν καμένα δέντρα και θάμνοι. Είχε πλέον ξημερώσει για τα καλά  και το θέαμα δεν ήταν και ότι καλύτερο για βουνό. Αναλογιζόμενοι τη καταστροφή θα πρέπει πάντως να θεωρήσουμε μεγάλη τύχη το ότι η φωτιά δεν επεκτάθηκε περισσότερο.



Πίσω μας η πόλη και στο βάθος ο κάμπος με τη συνήθη σχετική ομίχλη. Μας πήρε περίπου 30 λεπτά μέχρι εδώ και από αυτό το σημείο αρχίσαμε να βλέπουμε το Αυγό.  

Συνεχίσαμε ανηφορίζοντας για καμιά 300αριά μέτρα μέσα στα καμένα. Έτσι φτάσαμε το «οροπέδιο». Ένα ξερό, πέτρινο πλάτωμα  ακριβώς στους πρόποδες του κώνου που σου προσφέρει την ομορφότερη θέα της κορυφής. Είναι ακριβώς η ίδια θέα που με είχε εντυπωσιάσει τη πρώτη φορά πριν από 25 χρόνια. Όλο το Αυγό απλώνεται μπροστά σου. Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες 2 διαδρομές, αυτή η  πορεία προς τη κορυφή είναι η πιο ανηφορική και έχει τη μεγαλύτερη απόσταση από τη κορυφή είναι όμως σίγουρα η ομορφότερη.
Φωτογραφίες και τα σχετικά και πήραμε την ανηφόρα. Μπροστά ο Σάββας μετά ο Άλεξ και τέλος εγώ. Η κλίση είναι αρκετά μεγάλη και αρκετά κουραστική αλλά δεν είναι δύσκολη ή επικίνδυνη. Βέβαια κάθε διαδρομή στο βουνό απαιτεί προσοχή και η συγκεκριμένη δεν αποτελεί εξαίρεση. Έτσι λοιπόν είτε με κάθετο ανέβασμα είτε με ζιγκζακοτό, ακολουθώντας και πάλι τα σημάδια. πλησιάζαμε προς τη κορυφή. Τα σημάδια δεν οριοθετούν κάποιο μονοπάτι αφού δεν υπάρχει ο κίνδυνος να χάσεις το δρόμο σου. Όμως είναι πολύ χρήσιμα αφού δείχνουν το πιο βατό σημείο της ψιλοδύσβατης ανάβασης και σε βγάζουν στο καλύτερο σημείο για να ανεβείς στη κορυφή.

Καμία 20αρια μέτρα πριν το τέλος στα δεξιά, σε ενα "καμβά" που σχηματίζει ο κάθετος βράχος, στα Νοτιοδυτικά, υπάρχει ζωγραφισμένη μία μεγάλη Γαλανόλευκη. Η συνολική της επιφάνεια είναι περίπου 8 τ.μέτρα και είναι ορατή ακόμα και από τη Χρύσα. Για να δεις τη σημαία από τη κορυφή θα πρέπει να φτάσεις στην άκρη του γκρεμού.



Μπροστά κάποιοι βράχοι που εξέχουν δημιουργούν ένα στένεμα που εύκολα περάσαμε σκαρφαλώνοντας και πατήσαμε κορυφή που κάποιοι πρίν από εμάς είχαν σχηματίσει με πέτρες τη λέξη "ΑΥΓΟ".
 










Οι σκηνές αποθανατίστηκαν σε βίντεο από το κινητό του Σάββα που είχε φτάσει πρώτος. Ο ήλιος είχε ανατείλει πλέον για τα καλά και ήταν μια υπέροχη ηλιόλουστη μέρα στα μέσα του Φεβρουαρίου. Μεσα από την ομίχλη που αργά αργά δυαλιόταν φιανόταν η πόλη στο βάθος ο κάμπος και η θάλασσα. Καθίσαμε για λίγο στην άκρη του βράχου και κάναμε μία ανασκόπηση της διαδρομής. Υπογράψαμε στο «Βιβλίο των ευχών», πήγαμε και μέχρι τα απομεινάρια του Βυζαντινού κάστρου της κορυφής και αφού ξεκουραστήκαμε για λίγο πήραμε τη κατηφόρα από το μονοπάτι της Ιερατικής.

 






 
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Google Earth η όλη διαδρομή μαζί με τις στάσεις μας πήρε 2 ώρες και 20 λεπτά για να δυανίσουμε κάτι παραπάνω από 3.5 χλμ.










Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Κάτι τρέχει στα ... Γυφτόκαστρο

Ούτε που είχα ξανακούσει για τη τοποθεσία που μου είπε ο Σάββας.
-«Είσαι για ένα Γυφτοκαστρο;»
-«Γυφτόκαστρο; Τι είναι πάλι τούτο; Που βρίσκεται; Που να τρέχουμε τώρα στο εξωτερικό?»
Για τους μη γνωρίζοντες λοιπόν, όπως εγώ, Γυφτάκαστρο είναι η υψηλότερη κορυφή της οροσειράς της Ροδόπης στο Νομό Ξάνθης και βρίσκεται Βόρεια του Νομού στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα σε υψόμετρο 1827 μέτρα.
Ήταν Οκτώβριος του ‘10. Το ρίξαμε στη μελέτη για να βρούμε οποιαδήποτε πληροφορία για Γυφτόκαστρο. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που πέσαμε πάνω στο Hellaspath και πραγματικά οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στα παιδιά που το συντηρούν και το τροφοδοτούν με διαδρομές, χάρτες και στίγματα. Και όσο αφορά το Γυφτόκαστρο  το πακέτο  πληροφοριών στο Hellaspath είναι πλήρες. Έτσι λοιπόν βάλαμε τη διαδρομή στο gps και τυπώσαμε πληροφορίες, χάρτες και σημεία ενδιαφέροντος.   Μίας και ήμασταν ακόμα στην αρχή αυτού του νέου hobby έπρεπε να μάθουμε και τη χρήση του gps, την εισαγωγή και μετατροπή στιγμάτων και POI σε διάφορα format για off road διαδρομές κτλ. Ανέλαβα να βάλω όλο το υλικό που τυπώσαμε σε σε ένα φάκελο για να το έχουμε  μαζί μας.


Στη παρέα μας και η Λίνα και πρωί-πρωί (πολύ πρωί μιλάμε αφού ακόμα δεν είχε ούτε κάν χαράξει) πήραμε τα βουνά. Κάπου στη πορεία συνειδητοποίησα ότι όλη η έντυπη προετοιμασία που είχαμε κάνει πήγε στράφι. Οτιδήποτε τυπώσαμε είχε ξεχαστεί πάνω στο τραπέζι του σπιτιού μου αφού το πακέτο με τις πληροφορίες και τους χάρτες ήταν το μόνο που δεν είχα βάλει στο σακίδιο. Ευτυχώς που είχαμε περάσει τα στοιχεία του gps και δε θα πηγαίναμε εντελώς στα τυφλά. Περάσαμε την για μια ακόμα φορά ομιχλώδη Σταυρούπολη και από το Καρυόφυτο φτάσαμε στο Λειβαδίτη. Σκοτάδι ακόμα και τα φώτα του RAV4 λαμπύριζαν πάνω στη πάχνη που είχε πέσει λόγω της υγρασίας και της χαμηλής θερμοκρασίας.

Φτάσαμε στο Δασικό Χωριό του Λειβαδίτη. Μόλις που είχε αρχίσει να χαράζει. Μας έκανε εντύπωση η ύπαρξη πολλών αυτοκινήτων έξω από το περίβολο του Χωριού. Όλα τα σπιτάκια του φαινόταν κατειλλημένα και ένα βαρέλι που ακόμα «κάπνιζε» μαρτυρούσε κάποιο νυχτερινό…πάρτυ. Μερικά banners από εταιρίες με αθλητικά είδη και είδη ορειβασίας μας έλυσαν την απορία. Μας είχε διαφύγει εντελώς το γεγονός ότι εκείνο το Σαββατοκύριακο διεξαγόταν ο αγώνας Rodopi Ultra Trail 2010 και ότι το Δασικό Χωριό του Λειβαδίτη ήταν η αφετηρία και ο τερματισμός της διαδρομής των 100 μιλίων.

Ακριβώς απέναντι από τη είσοδο του Δασικού Χωριού ξεκινάει ο δρόμος για το Γυφτόκαστρο. Κάποιοι ξεκινάνε τη πεζοπορική διαδρομή τους από αυτό το σημείο. Εμείς συνεχίσαμε με το αυτοκίνητο στο χωματόδρομο και σε λίγο συναντήσαμε ένα άπλωμα με ένα κτίσμα του Δασαρχείου όπου από πίσω ξεκινούσαν κάποια χωμάτινα νεροφαγωμένα σκαλάκια. Αν και ο χωματόδρομος έδειχνε να συνεχίζει, θεωρήσαμε ότι αυτό ήταν μάλλον το σημείο που το Hellaspath εννούσε «…διασταύρωση με κτίσμα του Δασαρχείου και κιόσκι. (μέχρι εδώ μπορούμε να έρθουμε και με αυτοκίνητο αν δεν έχει χιόνια).»

Πήραμε το μονοπάτι που ξεκινάει από τα σκαλάκια. Ο Σάββας άρχισε αμέσως την αγαπημένη του ασχολία : το ψάξιμο των σημαδιών του μονοπατιού το οποίο ήταν καλά σημαδεμένο και μας διευκόλυνε. Σημάδι – σημάδι μπήκαμε πιο βαθιά στο δάσος προσπαθώντας να θυμηθούμε και να αναγνωρίσουμε κάτι από αυτά που είχαμε μελετήσει αλλά είχα αφήσει στο σπίτι. Η διαδρομή μοναδική όπως και κάθε διαδρομή στο βουνό. Κόκκινα μανιτάρια (που κάναμε το λάθος να μη φωτογραφίσουμε αφού θεωρήσαμε ότι θα μπορέσουμε να τα ξαναβρούμε στην επιστροφή), πανύψηλες Οξιές, πεσμένοι κορμοί, ανηφόρες, κατηφόρες, ξέφωτα κτλ. 
Κάποια στιγμή το μονοπάτι μας έβγαλε από το δάσος σε ένα δασικό δρόμο. Περπατήσαμε δίπλα από εντυπωσιακούς βράχους και λίγο πιο κάτω συναντήσαμε τα υπολείμματα από ένα κιόσκι, μία πινακίδα και κάτι πέτρινα σκαλάκια που μας ξαναέβαζαν στο μονοπάτι. Συνειδητοποιήσαμε ότι  θα μπορούσαμε να έχουμε έρθει μέχρι εδώ με το αυτοκίνητο και να γλιτώναμε 2-3 χιλιόμετρα. Σε εκείνη τη φάση δε μας ένοιαξε γιατί αφενός ήταν ακόμα σχετικά νωρίς και αφετέρου δε ξέραμε την υπόλοιπη διαδρομή. Αν τη ξέραμε …
 








Μπήκαμε και πάλι στο μονοπάτι και ανηφορίσαμε. Η θερμοκρασία στους 0 βαθμούς. Όσο ανεβαίναμε σε υψόμετρο συναντήσαμε τη πιο παχιά και πυκνή πάχνη που έχω δει. Αναρωτιόμουν αν είναι πραγματικά πάχνη ή χιόνι αφού δε μπορούσα να τα ξεχωρίσω. Το μονοπάτι, οι πλαγιές και όσο μπορούσαμε να δούμε ήταν στρωμένα με ένα άσπρο πέπλο. Τα κλαδιά των δέντρων ήταν γεμάτα και λύγισαν από το βάρος . Ακόμα και ο ήχος των βημάτων μας ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος που ακούγεται όταν πατάς πάνω σε χιόνι. Περνώντας μέσα από το δάσος, νιφάδες έπεφταν από τα δέντρα και έδιναν την εντύπωση ότι χιόνιζε. Αν έκανες ησυχία άκουγες και τον ήχο από τις νιφάδες και τις στάλες που έπεφταν από το ένα φύλλο στο άλλο.
 
 







 Προσπεράσαμε μία μικρή λίμνη και ακολουθώντας πορεία Βόρεια- Βορειοανατολική πλησιάζαμε προς τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Σε κάποια σημεία της διαδρομής και για αρκετά μεγάλη απόσταση πηγαίναμε παράλληλα με ένα κάθετο σκάμμα, μία τάφρο θα έλεγε κανείς που στην αρχή θεωρήσαμε ότι αποτελεί τη συνοριογραμμή με τους γείτονές μας και κάναμε και τσαλιμάκια ότι με το ένα πόδι ήμασταν στην Ελλάδα και με το άλλο στη Βουλγαρία αλλά γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι λόγω της χάραξης και της κατεύθυνσης της δε θα μπορούσαν  να  είναι εκεί τα σύνορα. Τη πραγματική συνοριακή τάφρο θα τη συναντούσαμε αργότερα.








 
 Οι συνοδοιπόροι μου ήταν καμία 200αρια μέτρα πιο μπροστά και ήδη είχαν πάρει τη στροφή σε ένα ημικυκλικό, αμφιθεατρικό μονοπάτι όσο εγώ βρισκόμουν ακόμα μέσα στο δάσος όταν ακούω τον Σάββα να φωνάζει ότι απέναντί μας βλέπει τον πύργο του Παμπόροβο. Μην έχοντας συνειδητοποιήσει που είμαστε δε τον πίστεψα. Δε μπορούσα να πιστέψω ότι ήμασταν τόσο ψηλά, τόσο μακριά, τόσο… κοντά. Σε λίγο, αφού βγήκα από το δάσος, έφτασα και εγώ στο ίδιο σημείο. Πράγματι απέναντι μας, σε απόσταση που δε μπορούσα να υπολογίσω αλλά τέτοια ώστε να είναι ορατός, φαινόταν στο βάθος ο πύργος του Παμπόροβο (Snezhanka Tower). Ένας πύργος σε ψιλοπαρόμοιο σχέδιο με αυτόν της Έκθεσης της Θεσσαλονίκης που στεγάζει αναμεταδότες τηλεόρασης και άλλο τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό της περιοχής ( και μια καφετέρια οπωσδήποτε) και βρίσκεται στη κορυφή του χιονοδρομικού κέντρου του Παμπόροβο. Λένε ότι αν έχει καλό καιρό από το πύργο η ορατότητα φτάνει μέχρι και το Αιγαίο Πέλαγος.  Σε μία επίσκεψή μου στη Βουλγαρία είχα τη τύχη να τον επισκεφτώ αλλά τη δεδομένη στιγμή μου φαινόταν πιο εντυπωσιακός και ας ήταν τόσο μακριά. Από εκείνο το σημείο φαινόταν ακόμα και το Σμόλιαν  καθώς και κάποια μικρότερα Βουλγάρικα χωριά.
 
Συνεχίσαμε τη πορεία μας ακολουθώντας κάποιες φορές τα σημάδια, κάποιες φορές τα κορδελάκια που ήταν δεμένα στα δέντρα, και κάποιες φορές το gps και βλέπαμε στη διαδρομή πράγματα που μας εντυπωσίαζαν ή που δε περιμέναμε να βρούμε κατά δω πάνω όπως η μικρή λίμνη που προανέφερα, μια ξύλινη καλύβα μέσα στη μέση του πουθενά ή ένα δέντρο με κόκκινους καρπούς που είχαν κρυσταλλώσει από το παγετό.









Κάπου στο βάθος πάνω σε ένα ύψωμα είδαμε μια πυραμίδα. Έτσι χαρακτηρίζονται μικροί τσιμεντένιοι κώνοι που τοποθετούνται κατά μήκος της συνοριογραμμής και δημιουργούν ένα νοητό άξονα που αποτελεί τα σύνορα μεταξύ της Ελλάδας και των γειτόνων μας. Κάθε πυραμίδα έχει χαραγμένα κάτι γράμματα και κάτι αριθμούς για να ξεχωρίζει.   Ξεκινήσαμε προς εκείνη τη κατεύθυνση αλλά αφού συμβουλευτήκαμε  το gps διαπιστώσαμε ότι είχαμε πάρει λάθος δρόμο. Ο κώνος της κορυφής, η Γυφτοκορφή,  βρισκόταν στα δεξιά μας. Και όταν λέω στα δεξιά μας εννοώ δίπλα μας. Ήταν τόσο κοντά αλλά τόσο …ψηλά. Από το σημείο που βρισκόμασταν στη βάση της, η κορυφή θα πρέπει να απέχει κανένα χιλιόμετρο σε απόσταση και καμιά 200αρια μέτρα σε ύψος. Μετά από πορεία 3 ωρών και 6-7 χιλιομέτρων πάνω στο βουνό, αυτή η απόσταση δεν ήταν και η ιδανικότερη αλλά σαφώς αφού «φτάσαμε στη πηγή θα το πιούμε το νερό και ας είναι και… παγωμένο».

Αυτό το τελευταίο μέρος της διαδρομής περνάει μέσα από ένα ξέφωτο πλάτους καμιά 20αριά μέτρων που έχει δημιουργηθεί από υλοτομική δραστηριότητα. Όλο το ξέφωτο ήταν καλυμμένο με αυτό το χιόνι. Ήταν σαν πίστα  του ski. Για περίπου 100 μέτρα κινηθήκαμε Νότια και μετά στρίψαμε τη μεγάλη ανηφόρα Ανατολικά. Ακριβώς πάνω στη στροφή άλλη πυραμίδα η Pb62. Αυτή τη φορά ήμασταν ακριβώς πάνω στα σύνορα οπότε πλέον δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι με το ένα πόδι βρισκόμασταν στην Ελλάδα και με το άλλο στη Βουλγαρία.  Η πραγματική διασυνοριακή τάφρος ήταν καλυμμένη χόρτα, πέτρες και χιόνι.
 






Κανά μισάωρο αργότερα πατούσαμε στη κορυφή. Μη ξεχνιόμαστε, στη ψηλότερη κορυφή του Νομού Ξάνθης. Άλλη μια πυραμίδα η Ε63 που ορίζει το σύνορο και δίπλα της ένα ανεμοδαρμένο τσιμεντένιο υψομετρικό που πιστοποιεί ότι βρισκόμαστε στο υψηλότερο σημείο της περιοχής. Ακουμπήσαμε τα σακίδια στη βάση της πυραμίδας, πήραμε μια βαθιά ανάσα, και απολαύσαμε τη στιγμή. Η θέα υπέροχη όπως κάθε θέα από ψηλά. Στο βάθος προς Νότο αχνοφαινόταν ο κάμπος και η θάλασσα. Προς Βορά τα βουνά της Βουλγαρίας με χαρακτηριστικό το πύργο του Παμπόροβο και Ανατολικά και Δυτικά άλλες χαμηλότερες κάτασπρες κορυφές. Υπάρχει και μία ξύλινη καλύβα εκεί πάνω αρκετά καλοδιατηρημένη. Το πώς βρέθηκε εκεί, πότε χτίστηκε και από ποιους…άγνωστο. Υπάρχει και κάποιο όρυγμα , μάλλον πολυβολείο μιάς άλλης εποχής κατεστραμμένο πλέον καλυμμένο από χόρτα και πάχνη. Για μια ακόμα φορά τα τεχνολογικά μέσα αποδεικνύονται άχρηστα στο να αποδώσουν το μεγαλείο της στιγμής. Ούτε οι φωτογραφίες ούτε το  video μπορούν να περιγράψουν την ικανοποίηση, την ευχαρίστηση και την υπερηφάνεια που νιώσαμε εκεί πάνω.  Η ομορφιά του τοπίου, η γαλήνη, η ηρεμία, η αίσθηση ότι έβαλες ένα στόχο και το πέτυχες, η χαρά που μοιράζεσαι με φίλους. Όλα αυτά δε περιγράφονται. Θαυμάσαμε άλλη μία φορά το τοπίο απολαύσαμε και το τελευταίο δευτερόλεπτο αλλά ο ήλιος με δόντια και το ελαφρύ πλήν όμως παγωμένο αεράκι δε μας επέτρεψαν να μείνουμε για πολύ περισσότερο.







   Πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Κατηφορίσαμε το μεγάλο ξέφωτο, περάσαμε τη πυραμίδα Pb63, πήραμε το ημικυκλικό μονοπάτι, μπήκαμε σε δάσος, βγήκαμε από το δάσος, πήγαμε παράλληλα με τη τάφρο, συναντήσαμε το δέντρο με τους κόκκινους καρπούς που πλέον είχαν ξεπαγώσει, ξαναπροσπεράσαμε τη μικρή λίμνη, ξαναμπήκαμε και ξαναβγήκαμε σε δάσος, πήραμε άλλο μονοπάτι κτλ κτλ. Κατά την επιστροφή η πάχνη είχε αρχίσει να λιώνει. Μικρά ρυάκια είχαν αρχίσει να σχηματίζονται και σε κάποια κατηφορικά σημεία μπορεί να πει κάποιος ότι έβλεπε μικροσκοπικούς καταρράκτες. Έβλεπες το ρολόι της φύσης να γυρνάει. Παγωμένο έδαφος, λιώσιμο του πάγου, ρυάκια που πιο κάτω θα ενωθούν με άλλα ρυάκια, που με τη σειρά τους θα ενωθούν σε ρέματα που θα καταλήξουν στο ποτάμι. Κάθε βήμα και έκπληξη.

Κατά την επιστροφή περάσαμε και πάλι από το Δασικό Χωριό. Ήμασταν τυχεροί και πέσαμε πάνω στο τερματισμό του Rodopi Ultra Trail. Καμία 30αρια άτομα υποδεχόταν τους νικητές του αγώνα. Γιατί αν καταφέρει και διανύσεις 100 μίλια πάνω στο βουνό είσαι νικητής ανεξάρτητα από τη θέση που θα καταλάβεις.

 
Ήταν 9 Οκτωβρίου 2010. Θεωρώ ότι ήταν η καλύτερη εποχή για τη Γυφτοκορφή. Αν ήταν Χειμώνας η πορεία θα ήταν αδύνατη λόγω του χιονιού. Αν ήταν Καλοκαίρι δε θα υπήρχε η πάχνη που μας μάγεψε.
Τελικά τον περασμένο Οκτώβρη,  κάτι έτρεχε στα ... Γυφτόκαστρο.