Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Κάτι τρέχει στα ... Γυφτόκαστρο

Ούτε που είχα ξανακούσει για τη τοποθεσία που μου είπε ο Σάββας.
-«Είσαι για ένα Γυφτοκαστρο;»
-«Γυφτόκαστρο; Τι είναι πάλι τούτο; Που βρίσκεται; Που να τρέχουμε τώρα στο εξωτερικό?»
Για τους μη γνωρίζοντες λοιπόν, όπως εγώ, Γυφτάκαστρο είναι η υψηλότερη κορυφή της οροσειράς της Ροδόπης στο Νομό Ξάνθης και βρίσκεται Βόρεια του Νομού στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα σε υψόμετρο 1827 μέτρα.
Ήταν Οκτώβριος του ‘10. Το ρίξαμε στη μελέτη για να βρούμε οποιαδήποτε πληροφορία για Γυφτόκαστρο. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που πέσαμε πάνω στο Hellaspath και πραγματικά οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στα παιδιά που το συντηρούν και το τροφοδοτούν με διαδρομές, χάρτες και στίγματα. Και όσο αφορά το Γυφτόκαστρο  το πακέτο  πληροφοριών στο Hellaspath είναι πλήρες. Έτσι λοιπόν βάλαμε τη διαδρομή στο gps και τυπώσαμε πληροφορίες, χάρτες και σημεία ενδιαφέροντος.   Μίας και ήμασταν ακόμα στην αρχή αυτού του νέου hobby έπρεπε να μάθουμε και τη χρήση του gps, την εισαγωγή και μετατροπή στιγμάτων και POI σε διάφορα format για off road διαδρομές κτλ. Ανέλαβα να βάλω όλο το υλικό που τυπώσαμε σε σε ένα φάκελο για να το έχουμε  μαζί μας.


Στη παρέα μας και η Λίνα και πρωί-πρωί (πολύ πρωί μιλάμε αφού ακόμα δεν είχε ούτε κάν χαράξει) πήραμε τα βουνά. Κάπου στη πορεία συνειδητοποίησα ότι όλη η έντυπη προετοιμασία που είχαμε κάνει πήγε στράφι. Οτιδήποτε τυπώσαμε είχε ξεχαστεί πάνω στο τραπέζι του σπιτιού μου αφού το πακέτο με τις πληροφορίες και τους χάρτες ήταν το μόνο που δεν είχα βάλει στο σακίδιο. Ευτυχώς που είχαμε περάσει τα στοιχεία του gps και δε θα πηγαίναμε εντελώς στα τυφλά. Περάσαμε την για μια ακόμα φορά ομιχλώδη Σταυρούπολη και από το Καρυόφυτο φτάσαμε στο Λειβαδίτη. Σκοτάδι ακόμα και τα φώτα του RAV4 λαμπύριζαν πάνω στη πάχνη που είχε πέσει λόγω της υγρασίας και της χαμηλής θερμοκρασίας.

Φτάσαμε στο Δασικό Χωριό του Λειβαδίτη. Μόλις που είχε αρχίσει να χαράζει. Μας έκανε εντύπωση η ύπαρξη πολλών αυτοκινήτων έξω από το περίβολο του Χωριού. Όλα τα σπιτάκια του φαινόταν κατειλλημένα και ένα βαρέλι που ακόμα «κάπνιζε» μαρτυρούσε κάποιο νυχτερινό…πάρτυ. Μερικά banners από εταιρίες με αθλητικά είδη και είδη ορειβασίας μας έλυσαν την απορία. Μας είχε διαφύγει εντελώς το γεγονός ότι εκείνο το Σαββατοκύριακο διεξαγόταν ο αγώνας Rodopi Ultra Trail 2010 και ότι το Δασικό Χωριό του Λειβαδίτη ήταν η αφετηρία και ο τερματισμός της διαδρομής των 100 μιλίων.

Ακριβώς απέναντι από τη είσοδο του Δασικού Χωριού ξεκινάει ο δρόμος για το Γυφτόκαστρο. Κάποιοι ξεκινάνε τη πεζοπορική διαδρομή τους από αυτό το σημείο. Εμείς συνεχίσαμε με το αυτοκίνητο στο χωματόδρομο και σε λίγο συναντήσαμε ένα άπλωμα με ένα κτίσμα του Δασαρχείου όπου από πίσω ξεκινούσαν κάποια χωμάτινα νεροφαγωμένα σκαλάκια. Αν και ο χωματόδρομος έδειχνε να συνεχίζει, θεωρήσαμε ότι αυτό ήταν μάλλον το σημείο που το Hellaspath εννούσε «…διασταύρωση με κτίσμα του Δασαρχείου και κιόσκι. (μέχρι εδώ μπορούμε να έρθουμε και με αυτοκίνητο αν δεν έχει χιόνια).»

Πήραμε το μονοπάτι που ξεκινάει από τα σκαλάκια. Ο Σάββας άρχισε αμέσως την αγαπημένη του ασχολία : το ψάξιμο των σημαδιών του μονοπατιού το οποίο ήταν καλά σημαδεμένο και μας διευκόλυνε. Σημάδι – σημάδι μπήκαμε πιο βαθιά στο δάσος προσπαθώντας να θυμηθούμε και να αναγνωρίσουμε κάτι από αυτά που είχαμε μελετήσει αλλά είχα αφήσει στο σπίτι. Η διαδρομή μοναδική όπως και κάθε διαδρομή στο βουνό. Κόκκινα μανιτάρια (που κάναμε το λάθος να μη φωτογραφίσουμε αφού θεωρήσαμε ότι θα μπορέσουμε να τα ξαναβρούμε στην επιστροφή), πανύψηλες Οξιές, πεσμένοι κορμοί, ανηφόρες, κατηφόρες, ξέφωτα κτλ. 
Κάποια στιγμή το μονοπάτι μας έβγαλε από το δάσος σε ένα δασικό δρόμο. Περπατήσαμε δίπλα από εντυπωσιακούς βράχους και λίγο πιο κάτω συναντήσαμε τα υπολείμματα από ένα κιόσκι, μία πινακίδα και κάτι πέτρινα σκαλάκια που μας ξαναέβαζαν στο μονοπάτι. Συνειδητοποιήσαμε ότι  θα μπορούσαμε να έχουμε έρθει μέχρι εδώ με το αυτοκίνητο και να γλιτώναμε 2-3 χιλιόμετρα. Σε εκείνη τη φάση δε μας ένοιαξε γιατί αφενός ήταν ακόμα σχετικά νωρίς και αφετέρου δε ξέραμε την υπόλοιπη διαδρομή. Αν τη ξέραμε …
 








Μπήκαμε και πάλι στο μονοπάτι και ανηφορίσαμε. Η θερμοκρασία στους 0 βαθμούς. Όσο ανεβαίναμε σε υψόμετρο συναντήσαμε τη πιο παχιά και πυκνή πάχνη που έχω δει. Αναρωτιόμουν αν είναι πραγματικά πάχνη ή χιόνι αφού δε μπορούσα να τα ξεχωρίσω. Το μονοπάτι, οι πλαγιές και όσο μπορούσαμε να δούμε ήταν στρωμένα με ένα άσπρο πέπλο. Τα κλαδιά των δέντρων ήταν γεμάτα και λύγισαν από το βάρος . Ακόμα και ο ήχος των βημάτων μας ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος που ακούγεται όταν πατάς πάνω σε χιόνι. Περνώντας μέσα από το δάσος, νιφάδες έπεφταν από τα δέντρα και έδιναν την εντύπωση ότι χιόνιζε. Αν έκανες ησυχία άκουγες και τον ήχο από τις νιφάδες και τις στάλες που έπεφταν από το ένα φύλλο στο άλλο.
 
 







 Προσπεράσαμε μία μικρή λίμνη και ακολουθώντας πορεία Βόρεια- Βορειοανατολική πλησιάζαμε προς τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Σε κάποια σημεία της διαδρομής και για αρκετά μεγάλη απόσταση πηγαίναμε παράλληλα με ένα κάθετο σκάμμα, μία τάφρο θα έλεγε κανείς που στην αρχή θεωρήσαμε ότι αποτελεί τη συνοριογραμμή με τους γείτονές μας και κάναμε και τσαλιμάκια ότι με το ένα πόδι ήμασταν στην Ελλάδα και με το άλλο στη Βουλγαρία αλλά γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι λόγω της χάραξης και της κατεύθυνσης της δε θα μπορούσαν  να  είναι εκεί τα σύνορα. Τη πραγματική συνοριακή τάφρο θα τη συναντούσαμε αργότερα.








 
 Οι συνοδοιπόροι μου ήταν καμία 200αρια μέτρα πιο μπροστά και ήδη είχαν πάρει τη στροφή σε ένα ημικυκλικό, αμφιθεατρικό μονοπάτι όσο εγώ βρισκόμουν ακόμα μέσα στο δάσος όταν ακούω τον Σάββα να φωνάζει ότι απέναντί μας βλέπει τον πύργο του Παμπόροβο. Μην έχοντας συνειδητοποιήσει που είμαστε δε τον πίστεψα. Δε μπορούσα να πιστέψω ότι ήμασταν τόσο ψηλά, τόσο μακριά, τόσο… κοντά. Σε λίγο, αφού βγήκα από το δάσος, έφτασα και εγώ στο ίδιο σημείο. Πράγματι απέναντι μας, σε απόσταση που δε μπορούσα να υπολογίσω αλλά τέτοια ώστε να είναι ορατός, φαινόταν στο βάθος ο πύργος του Παμπόροβο (Snezhanka Tower). Ένας πύργος σε ψιλοπαρόμοιο σχέδιο με αυτόν της Έκθεσης της Θεσσαλονίκης που στεγάζει αναμεταδότες τηλεόρασης και άλλο τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό της περιοχής ( και μια καφετέρια οπωσδήποτε) και βρίσκεται στη κορυφή του χιονοδρομικού κέντρου του Παμπόροβο. Λένε ότι αν έχει καλό καιρό από το πύργο η ορατότητα φτάνει μέχρι και το Αιγαίο Πέλαγος.  Σε μία επίσκεψή μου στη Βουλγαρία είχα τη τύχη να τον επισκεφτώ αλλά τη δεδομένη στιγμή μου φαινόταν πιο εντυπωσιακός και ας ήταν τόσο μακριά. Από εκείνο το σημείο φαινόταν ακόμα και το Σμόλιαν  καθώς και κάποια μικρότερα Βουλγάρικα χωριά.
 
Συνεχίσαμε τη πορεία μας ακολουθώντας κάποιες φορές τα σημάδια, κάποιες φορές τα κορδελάκια που ήταν δεμένα στα δέντρα, και κάποιες φορές το gps και βλέπαμε στη διαδρομή πράγματα που μας εντυπωσίαζαν ή που δε περιμέναμε να βρούμε κατά δω πάνω όπως η μικρή λίμνη που προανέφερα, μια ξύλινη καλύβα μέσα στη μέση του πουθενά ή ένα δέντρο με κόκκινους καρπούς που είχαν κρυσταλλώσει από το παγετό.









Κάπου στο βάθος πάνω σε ένα ύψωμα είδαμε μια πυραμίδα. Έτσι χαρακτηρίζονται μικροί τσιμεντένιοι κώνοι που τοποθετούνται κατά μήκος της συνοριογραμμής και δημιουργούν ένα νοητό άξονα που αποτελεί τα σύνορα μεταξύ της Ελλάδας και των γειτόνων μας. Κάθε πυραμίδα έχει χαραγμένα κάτι γράμματα και κάτι αριθμούς για να ξεχωρίζει.   Ξεκινήσαμε προς εκείνη τη κατεύθυνση αλλά αφού συμβουλευτήκαμε  το gps διαπιστώσαμε ότι είχαμε πάρει λάθος δρόμο. Ο κώνος της κορυφής, η Γυφτοκορφή,  βρισκόταν στα δεξιά μας. Και όταν λέω στα δεξιά μας εννοώ δίπλα μας. Ήταν τόσο κοντά αλλά τόσο …ψηλά. Από το σημείο που βρισκόμασταν στη βάση της, η κορυφή θα πρέπει να απέχει κανένα χιλιόμετρο σε απόσταση και καμιά 200αρια μέτρα σε ύψος. Μετά από πορεία 3 ωρών και 6-7 χιλιομέτρων πάνω στο βουνό, αυτή η απόσταση δεν ήταν και η ιδανικότερη αλλά σαφώς αφού «φτάσαμε στη πηγή θα το πιούμε το νερό και ας είναι και… παγωμένο».

Αυτό το τελευταίο μέρος της διαδρομής περνάει μέσα από ένα ξέφωτο πλάτους καμιά 20αριά μέτρων που έχει δημιουργηθεί από υλοτομική δραστηριότητα. Όλο το ξέφωτο ήταν καλυμμένο με αυτό το χιόνι. Ήταν σαν πίστα  του ski. Για περίπου 100 μέτρα κινηθήκαμε Νότια και μετά στρίψαμε τη μεγάλη ανηφόρα Ανατολικά. Ακριβώς πάνω στη στροφή άλλη πυραμίδα η Pb62. Αυτή τη φορά ήμασταν ακριβώς πάνω στα σύνορα οπότε πλέον δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι με το ένα πόδι βρισκόμασταν στην Ελλάδα και με το άλλο στη Βουλγαρία.  Η πραγματική διασυνοριακή τάφρος ήταν καλυμμένη χόρτα, πέτρες και χιόνι.
 






Κανά μισάωρο αργότερα πατούσαμε στη κορυφή. Μη ξεχνιόμαστε, στη ψηλότερη κορυφή του Νομού Ξάνθης. Άλλη μια πυραμίδα η Ε63 που ορίζει το σύνορο και δίπλα της ένα ανεμοδαρμένο τσιμεντένιο υψομετρικό που πιστοποιεί ότι βρισκόμαστε στο υψηλότερο σημείο της περιοχής. Ακουμπήσαμε τα σακίδια στη βάση της πυραμίδας, πήραμε μια βαθιά ανάσα, και απολαύσαμε τη στιγμή. Η θέα υπέροχη όπως κάθε θέα από ψηλά. Στο βάθος προς Νότο αχνοφαινόταν ο κάμπος και η θάλασσα. Προς Βορά τα βουνά της Βουλγαρίας με χαρακτηριστικό το πύργο του Παμπόροβο και Ανατολικά και Δυτικά άλλες χαμηλότερες κάτασπρες κορυφές. Υπάρχει και μία ξύλινη καλύβα εκεί πάνω αρκετά καλοδιατηρημένη. Το πώς βρέθηκε εκεί, πότε χτίστηκε και από ποιους…άγνωστο. Υπάρχει και κάποιο όρυγμα , μάλλον πολυβολείο μιάς άλλης εποχής κατεστραμμένο πλέον καλυμμένο από χόρτα και πάχνη. Για μια ακόμα φορά τα τεχνολογικά μέσα αποδεικνύονται άχρηστα στο να αποδώσουν το μεγαλείο της στιγμής. Ούτε οι φωτογραφίες ούτε το  video μπορούν να περιγράψουν την ικανοποίηση, την ευχαρίστηση και την υπερηφάνεια που νιώσαμε εκεί πάνω.  Η ομορφιά του τοπίου, η γαλήνη, η ηρεμία, η αίσθηση ότι έβαλες ένα στόχο και το πέτυχες, η χαρά που μοιράζεσαι με φίλους. Όλα αυτά δε περιγράφονται. Θαυμάσαμε άλλη μία φορά το τοπίο απολαύσαμε και το τελευταίο δευτερόλεπτο αλλά ο ήλιος με δόντια και το ελαφρύ πλήν όμως παγωμένο αεράκι δε μας επέτρεψαν να μείνουμε για πολύ περισσότερο.







   Πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Κατηφορίσαμε το μεγάλο ξέφωτο, περάσαμε τη πυραμίδα Pb63, πήραμε το ημικυκλικό μονοπάτι, μπήκαμε σε δάσος, βγήκαμε από το δάσος, πήγαμε παράλληλα με τη τάφρο, συναντήσαμε το δέντρο με τους κόκκινους καρπούς που πλέον είχαν ξεπαγώσει, ξαναπροσπεράσαμε τη μικρή λίμνη, ξαναμπήκαμε και ξαναβγήκαμε σε δάσος, πήραμε άλλο μονοπάτι κτλ κτλ. Κατά την επιστροφή η πάχνη είχε αρχίσει να λιώνει. Μικρά ρυάκια είχαν αρχίσει να σχηματίζονται και σε κάποια κατηφορικά σημεία μπορεί να πει κάποιος ότι έβλεπε μικροσκοπικούς καταρράκτες. Έβλεπες το ρολόι της φύσης να γυρνάει. Παγωμένο έδαφος, λιώσιμο του πάγου, ρυάκια που πιο κάτω θα ενωθούν με άλλα ρυάκια, που με τη σειρά τους θα ενωθούν σε ρέματα που θα καταλήξουν στο ποτάμι. Κάθε βήμα και έκπληξη.

Κατά την επιστροφή περάσαμε και πάλι από το Δασικό Χωριό. Ήμασταν τυχεροί και πέσαμε πάνω στο τερματισμό του Rodopi Ultra Trail. Καμία 30αρια άτομα υποδεχόταν τους νικητές του αγώνα. Γιατί αν καταφέρει και διανύσεις 100 μίλια πάνω στο βουνό είσαι νικητής ανεξάρτητα από τη θέση που θα καταλάβεις.

 
Ήταν 9 Οκτωβρίου 2010. Θεωρώ ότι ήταν η καλύτερη εποχή για τη Γυφτοκορφή. Αν ήταν Χειμώνας η πορεία θα ήταν αδύνατη λόγω του χιονιού. Αν ήταν Καλοκαίρι δε θα υπήρχε η πάχνη που μας μάγεψε.
Τελικά τον περασμένο Οκτώβρη,  κάτι έτρεχε στα ... Γυφτόκαστρο.





Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Μια μέρα στο Φρακτό


Κυριακή πρωί και «κάνοντας μία βόλτα» στα βιντεάκια στον υπολογιστή μου έπεσα πάνω στο σε αυτό του Φρακτού. Είχα και τον Γιάννη να μου λέει κάθε μέρα –«Για το Φρακτό δε βλέπω να γράφεις τίποτα» ή «για το Φρακτό τσιμουδιά έτσι?»  ε! τι να κάνω; έστυψα το μυαλό μου να θυμηθώ τις λεπτομέρειες  εκείνης της Κυριακή 1/11/2010 σχεδόν 3 μήνες αργότερα. Ελπίζω στο τέλος να τα έχω θυμηθεί όλα και περιμένω και κάνα σχόλιο για να μην αισθάνομαι μοναξιά εδώ στη blogοσφαιρα.

Στο Φρακτό είχαμε ξαναπάει τζιπάδα με το RAV4 του Σάββα και το Jimmy του Ηλία κατά το Φεβρουάριο του ’10 αν θυμάμαι καλά. Η πεζοπορία ήταν μόνο κανά  χιλιόμετρο από τη κατεβασμένη μπάρα μέχρι το Δασικό Χωριό Φρακτού. Εκεί μάθαμε και για τους καταρράκτες και ήδη από τότε είχαμε πάρει την απόφαση να ξαναέρθουμε, τη περίοδο όμως που θα ήταν ανοιχτές οι μπάρες για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε πιο κοντά με τα αυτοκίνητα. Στη συνέχεια είχαμε πάει στο δασικό χωριό της Ελατιάς και καταλήξαμε να κάνουμε τζιπομαγκιές στο Στραβόρεμα. Τέλος είχαμε πάρει το δρόμο της επιστροφής από τη γέφυρα των Παππάδων και τη Δράμα. Μια διαδρομή πάνω από  250 χιλιομέτρα που όπως πάντα για άλλο ξεκινήσαμε και αλλού καταλήξαμε.

Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Είχαμε κάνει τη καλύτερη προετοιμασία που μπορούσαμε. Με τη βοήθεια και πάλι του  Hellaspath μελετήσαμε τη διαδρομή με τον Σάββα και τη μεταφέραμε στα gps, μαρκάραμε τα σημεία ενδιαφέροντος, υπολογίσαμε τις ώρες, και επικοινωνήσαμε με το Δασαρχείο Δράμας για να σιγουρευτούμε ότι οι μπάρες θα ήταν ανοιχτές. Βλέπεις η περιοχή Φρακτό – Παρθένο Δάσος είναι προστατευμένη και τη χειμερινή περίοδο δεν επιτρέπονται επισκέπτες. Ενημερώσαμε και τον κόσμο και περιμέναμε συμμετοχές. Μια τέτοια περιπέτεια απαιτεί παρέα και εδώ έχει αξία το «όσο πιο πολλοί τόσο πιο καλά».
 
Στο κάλεσμα ανταποκρίθηκε ο Γιάννης και ο άλλος Γιάννης με το γιό του τον Μανώλη και πρωί-πρωί ξεκινήσαμε με προορισμό  το Δασικό Εργοτάξιο  Φρακτού στο  Παρθένο Δάσος περίπου 70 χιλιόμετρα πάνω από το Παρανέστι. Εξω από το χωριό προσπεράσαμε τα απομεινάρια του παλιού εργοστασίου πορσελάνης που εφοδιαζόταν με πρώτη ύλη υψηλής ποιότητας από τα ορυχεία της περιοχής. Λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω, περνώντας τη μεταλλική στρατιωτική γέφυρα στρίψαμε αριστερά με κατεύθυνση τη διαδρομή προς Θερμιά. Σε λίγο συναντήσαμε στα αριστερά μας το φράγμα της Πλατανόβρυσης. Το μικρότερο από τα 2 φράγματα του ποταμού Νέστου όπου υπάρχει και το ομώνυμο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της ΔΕΗ (Β41.3324180, Α24.464522). Η θέα προς το φράγμα και τη τεχνητή λίμνη καταπληκτική και η απαραίτητη στάση για φωτογραφίες επιβαλλόμενη.
Πιο πάνω βρίσκεται η παραγκούπολη των Θερμιών. Ένα χωριό από αυτοσχέδιες λαμαρινένιες και ξύλινες παράγκες χτισμένο αρκετά χρόνια πριν. Τώρα οι παράγκες χρησιμοποιούνται από ξυλοκόπους, κυνηγούς και περιηγητές. Κάθε παράγκα έχει το δικό της «τζακούζι» δηλαδή γούρνες γεμάτες με φυσικό ζεστό νερό από θερμές πηγές της περιοχής. Κάποιες από αυτές τις παράγκες έχουν «μόνιμους κατοίκους» και άλλες είναι «ανοιχτές για το κοινό» αφού ο καθένας μπορεί εκεί να κάνει τα πρωτόγονά spa του αρκεί να μην είναι άλλος μέσα.   

Από εκεί αρχίζει και ο ορεινός χωματόδρομός που μετά από καμιά ώρα περίπου μας έβγαλε στη πρώτη μπάρα που οδηγεί στο Δασικό Εργοτάξιο. Παλιότερα οι ξυλοκόποι της περιοχής το χρησιμοποιούσαν σαν βάση για τις υλοτομικές τους εργασίες ενώ τώρα διατίθεται τόσο για τουριστικούς όσο και για ερευνητικούς σκοπούς. Που κολλάει το «ερευνητικό»? Μεγάλο μέρος του παρθένου δάσους είναι  κλειστό για το κοινό και μόνο επιστήμονες μπορούν να το επισκέπτονται για μελέτη της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής. Περισσότερες πληροφορίες στο Δασαρχείο Δράμας.

Καλημερίσαμε τον φύλακα, πήραμε τις σχετικές πληροφορίες για τη διαδρομή που θέλαμε να κάνουμε και διασχίσαμε το χωριό ακολουθώντας τις ξύλινες πινακίδες.

Λόγω του οικοσυστήματος και των κλιματολογικών συνθηκών της περιοχής έχουν δημιουργηθεί αρκετά ρέματα (τζάκι ρέμα, διαβολόρεμα, σκοτεινόρεμα, αρκουδόρεμα, φαρασινό κτλ) για τα οποία δεν έχω ιδέα πιο είναι το καθένα  και για να μη μπερδέψω περισσότερο τον αναγνώστη δε πρόκειται να αναφερθώ σε ονόματα. Εννοείται ότι σε κάθε περίπτωση που θέλετε να κάνετε μία επίσκεψη στη περιοχή, αυτή η ανάρτηση ΔΕΝ πρέπει να θεωρηθεί σαν οδηγός. Για ακριβέστερες πληροφορίες απευθυνθείτε στο Δασαρχείο Δράμας, στον φύλακα του Φρακτού, σε ορειβατικά και περιηγητικά κείμενα και όπου αλλού θέλετε αλλά σίγουρα όχι εδώ. Είπαμε έχουν περάσει και 3 μήνες και δε φημίζομαι και πολύ για τη μνήμη μου.
 Περνώντας λοιπόν ένα ακόμα ρέμα η σχετική πινακίδα και ο χάρτης «ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ» οριοθετούσε την αρχή του μονοπατιού (Β41.528720, Α24.515634). Από κει ο πρώτος καταρράκτης δεν είναι μακριά. Ξεκινήσαμε τη πορεία πάνω στο μονοπάτι μέσα στο δάσος και δεν αργήσαμε να ακούσουμε τον ήχος του νερού να δυναμώνει, έτσι βρεθήκαμε μπροστά στον καταρράκτη που έχει ύψος 6 μέτρα (Β41.529726  Α24.513605). Θαυμάσαμε το τοπίο βγάλαμε και τις απαραίτητες φωτογραφίες αλλά δε χαλαλίσαμε περισσότερο χρόνο αφού είχαμε ακόμα 2 προορισμούς και μία πορεία 5 χιλιομέτρων μπροστά μας. 


  Ο δεύτερος καταρράκτης ήταν λίγο ψηλότερα αλλά και πάλι δε χρειάστηκε να κουραστούμε ιδιαίτερα. Το μονοπάτι ήταν ξεκάθαρο και ευκολοδιάβατο. Τα πανύψηλα δέντρα μας πρόσφεραν τη σκιά τους και έτσι είχαμε τις κατάλληλες  συνθήκες για πεζοπορεία. Δε χρειάστηκε όμως να περπατήσουμε πολύ αφού μετά από λίγο βρεθήκαμε μπροστά του στο καταρράκτη (Β41.534064  Α24.515753). Το ύψος του είναι 18 μέτρα και είναι εντυπωσιακότερος από τον πρώτο. Περίπου 3 μέτρα πριν «σκάσει» στο έδαφος,  μία εσοχή στο βράχο σχηματίζει μία σπηλιά στη πίσω πλευρά του. Με προσοχή για να μη πέσουμε μέσα στο νερό περάσαμε τα γλιστερά βραχάκια και φτάσαμε στη «πλάτη» του καταρράκτη για επιτόπια «αυτοψία» και τις απαραίτητες φωτογραφίες. Μέσα σε αυτή τη μικρή σπηλιά που κρύβει το νερό δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον αλλά έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στη πορεία του καταρράκτη και αυτό είναι υπέροχο.  

Για το τρίτο καταρράκτη χρειάστηκε να συμβουλευτούμε το gps καθώς το μονοπάτι δεν ήταν ξεκάθαρο αλλά και πάλι δεν αργήσαμε να δούμε την ανάλογη πινακίδα που προειδοποιούσε για πορεία περίπου 700 μέτρων με δύσκολη ανάβαση.  Δίπλα υπάρχει ακόμα μία πινακίδα που διαβάζοντας την πήραμε μία σχετική κρυάδα καθώς αυτή έγραφε « ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ». Αναρωτηθήκαμε τι μπορούσε να εννοεί. Δεν αργήσαμε να το καταλάβουμε.  Το μονοπάτι είναι χαραγμένο στη πλαγιά του βουνού και το πλάτος του επιτρέπει τη διάβαση μόνο ενός ατόμου. Θάμνοι, βράχοι και δέντρα δυσκολεύουν τη διέλευση και  η επικινδυνότητα του έγκειται στο γεγονός ότι περπατούσαμε κυριολεκτικά στην άκρη του γκρεμού που απλωνόταν στα αριστερά μας. Κατά τη διαδρομή μου λύθηκε και η απορία της «σάρας» :  Όταν μελετούσαμε τη διαδρομή από το Hellaspath και το google maps είδαμε ότι σε κάποια σημεία αναφερόταν ο όρος «σάρες». Αυτές λοιπόν είναι περιοχές γεμάτες με μεγάλες πέτρες ή μικρούς βράχους ξεκολλημένες από το έδαφος και άρα ασταθείς, που φαίνονται ξεκομμένες από το υπόλοιπο γεμάτο βλάστηση τοπίο του βουνού. Αν θέλεις να το δεις ποιητικά μπορείς να σκεφτείς τις σάρες σαν πέτρινους καταρράκτες που κατηφορίζουν από το βουνό στο ποτάμι. 

Στο σημείο που τελειώνει το επικίνδυνο μονοπάτι είδαμε το καταρράκτη (Β41.534291  Α24.516643). Από το ύψος που βρισκόσασταν μπορούσαμε να τον δούμε σχεδόν ολόκληρο αλλά για να πάμε πιο κοντά στο νερό έπρεπε να κατεβούμε χαμηλότερα περίπου 20 μέτρα. Ο 3ος καταρράκτης είναι ο πιο εντυπωσιακός.  Το ύψος του είναι 70 μέτρα και σχηματίζεται σαν νεροτσουλήθρα πάνω στο βράχο που δεν είναι κάθετος αλλά καθώς πέφτει το νερο βρίσκει επίπεδους οριζόντιους βράχους που επιβραδύνουν τη πτώση του . Λίγο πριν το τελείωμα του κάνει μια διχάλα και χάνεται μέσα στο ρέμα. Και βέβαια λόγω του ύψους του δε χωράει ολόκληρος σε μία φωτογραφία  ούτε και μέσα στο πλάνο της βιντεοκάμερας lol.
Για την επιστροφή χρειάστηκε να ξανανεβούμε τα 20 μέτρα και να ξαναπεράσουμε από το στενό άνοιγμα ενός βράχου που το δυσκόλευε ένα πεσμένο δέντρο. Προσπεράσαμε τις σάρες και βρεθήκαμε  σε κάτι ερείπια και πήραμε το δρόμο για ένα κυκλικό μονοπάτι που είχαμε σταμπάρει από το Hellaspath. Η διαδρομή αυτή είναι πολύ ομαλή και ευχάριστη και έχει αρκετές ομορφιές όπως μία υπέροχη θέα προς το ρέμα και τις κορυφές των άλλων υψωμάτων, μεγάλους βράχους, δέντρα με πληροφοριακά ταμπελάκια κτλ. Αφήνοντας το μονοπάτι συνεχίσαμε στο δασικό χωματόδρομο που μας έβγαλε στη θέση Πανόραμα (Β41.52659  Α24.52416). Προσωπικά θεωρώ αυτή τη τοποθεσία σαν ένα από τα ομορφότερα φυσικά σημεία. Μπροστά μας υψωνόταν μία εντυπωσιακή οροσειρά με απότομες κορυφές και δεντρόφυτα πλατώματα που δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεσαι στη σκηνή ενός τεράστιου αμφιθεάτρου και ότι τα βουνά είναι οι κατάμεστες κερκίδες. Η ομορφιά του τοπίου δε μπορεί να περιγραφεί με λέξεις και σαφώς δεν είναι δυνατόν να  αποτυπωθεί στις φωτογραφίες. Δε γράφω περισσότερα εδώ. Προτείνω ανεπιφύλακτα να επισκεφτείς τη περιοχή για να διαπιστώσεις τα γραφόμενά μου με τα ίδια σου τα μάτια.
Λίγη ξεκούραση και το σχετικό κολατσιό στο στέγαστρο με τα παγκάκια που έχει κάνει το Δασαρχείο και ξαναπήραμε το δρόμο του γυρισμού. Κατά την επιστροφή   κάθε ρυάκι που βρίσκαμε αποτελούσε ευκαιρία για τζιπομαγκιές. Δε ξέρω ρε παιδί μου αλλά φαίνεται ότι κάτι τους πιάνει τους οδηγούς των jeepοειδών οχημάτων και κάθε φορά που βλέπουν νερά στο δρόμο γυαλίζει το μάτι τους. Κάτι τέτοιο έπιασε τον Σάββα και τον Γιάννη και του έδωσαν και κατάλαβε. Άλλο που δεν ήθελα και εγώ αφού μου δόθηκε η ευκαιρία για μερικές εντυπωσιακές βιντεολήψεις.

Στην επιστροφή ξαναπεράσαμε μέσα από το Δασικό Εργοτάξιο, προσπεράσαμε τη μπάρα, και πήραμε τη κατηφόρα. Σταματήσαμε στα Θερμιά και επισκεφτήκαμε καναδυό παράγκες αλλά δεν υπήρχε όρεξη για “spa”. Υπήρχε όμως όρεξη για μάσα οπότε μετά από λίγη ώρα καταλήξαμε στη γνωστή ταβέρνα στο Παρανέστι  για το σχετικό «πανηγυρικό» με παντσέτες, μπιφτέκια, παϊδάκια , κρασάκι και κουβέντα . 


Η φυσική κατάληξη της ημέρας  δηλαδή …

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Οι σημαδεμένοι


Και πάλι η ιδέα έπεσε από τον Σάββα. -"Πάμε για Καρπούζι"? - "Καρπούζι χειμωνιάτικα? που θα το βρούμε"? -"Να εδώ πιο κάτω, πάνω από το Νέστο, πάνω από τα Ιμερα."

Σάββατο πρωί ο Σάββας, ο Αλέξανδρος και εγώ ξεκινήσαμε για Καρπούζι. Λίγο μετά τις 7 το πρωί φτάσαμε και παρκάραμε  το "Jeeps" έξω από την Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στα Ίμερα. Όπου Ίμερα βλέπε ένα εγκαταλελειμμένο χωρίο στα Δυτικά της Ξάνθης πάνω από τους Τοξότες. Πολλά ερειπωμένα και γκρεμισμένα στpτια μάρτυρες μιας άλλης εποχής. Το μόνο που υπάρχει εκεί τώρα είναι το τουριστικό καταφύγιο και η Εκκλησία. Όλα τα άλλα...
Η θερμοκρασία περίπου 2 βαθμοί και ο αέρας σίγουρα πάνω από 5-6 μποφόρ δεν ήταν και οι καλύτερες συνθήκες για το εγχείρημά μας. Και ποιό ήταν αυτό? Η ανάβαση στη  κορυφής Καρπούζι με υψόμετρο πάνω από 1250 μέτρα και η κυκλική διάσχιση του αμφιθεατρικού ορεινού συμπλέγματος με κατάβαση από την αντικρινή πλαγιά. 


Εξοπλισμένοι με τις οδηγίες από το Hellaspath και με το gps ανά χείρας για να πηγαίνουμε πάνω στη διαδρομή πήραμε το χωματόδρομο που οδηγεί προς το χωριό Αγέλη (μη περιμένεις να βρεις πινακίδες βέβαια) και μετά από καμία 700σαριά μέτρα ένα κατακόκκινο βέλος ήταν το πρώτο σημάδι που μας έδειχνε την αρχή του μονοπατιού προς τη κορυφή. Αναζητώντας λοιπόν τα σημάδια, πράγμα όχι πάντα  εύκολο λόγω της βλάστησης, πήραμε την ανηφοριά. Το πρώτο μέρος της διαδρομής είχε αρκετή κλίση και η πυκνή χαμηλή βλάστηση από αγκαθωτούς θάμνους και οι βελανιδιές έκαναν την ανάβαση δυσκολότερη αφού τα αγκάθια μας  τσιμπούσαν  όπου έβρισκαν. Μπρος ο Σάββας, μετά ο Αλέξης και τέλος εγώ ανηφορίζαμε αναζητώντας σε βράχους και δέντρα κόκκινα σημάδια που μας έδιναν τη σιγουριά ότι πάμε πάνω στο μονοπάτι. 














Μετά από περίπου 1 χιλίομετρο ανηφορικής πορείας και σε υψόμετρο πάνω από 850 μέτρα η πυκνή βλάστηση έδωσε τη θέση της σε ένα βραχώδες μονοπάτι και μια κοιτούσαμε προς τα πάνω να δούμε πόσο ακόμα έχουμε για τη πρώτη κορυφή και μια προς τα κάτω για να δούμε πόση απόσταση διανύσαμε. Το gps ήταν αμείλικτο δεν είχαμε διανύσει ούτε τη μισή διαδρομή προς τη κορυφή και η ταλαιπωρία ήταν ήδη ορατή. Δε ξέρω τι μας κούρασε πιο πολύ το κρύο, ο παγωμένος αέρας, η ανηφόρα, οι αγκαθωτοί θάμνοι, οι βράχοι ή τέλος πάντων όλα αυτά μαζί αλλά με κάθε ματιά προς τη κορυφή  βλέπαμε ένα αδιαπέραστο εμπόδιο. Τους βράχους μπροστά μας υπό τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσες να τους χαρακτηρίσεις μέχρι και επικίνδυνους. Κάθε βήμα έπρεπε να γίνει προσεκτικά λόγω της κούρασης που ήρθε νωρίς και των δυνατών ριπών του αέρα. Με μικρό οπτικό πεδίο κάθε ραχούλα μας έμοιαζε (ή τουλάχιστον έμοιαζε σε μένα) σαν τη κορυφή και μόνο όταν τη προσπερνούσαμε αντιλαμβανόμασταν ότι απέχουμε πολύ ακόμα από το στόχο μας αφού και η επόμενη ραχούλα δημιουργούσε τα ίδια συναισθήματα. Από το πολύ κρύο είχαν αποφορτιστεί και οι μπαταρίες της φωτογραφικής μηχανής και δεν ήταν δυνατόν να έχουμε και πολλά αναμνηστικά.  Αλλά για να λέμε και του στραβού το  δίκιο, ποιος είχε όρεξη για φωτογραφίες. Οι ελάχιστες λήψεις και το βίντεο είναι πρίν αρχίζουμε να υπολογίζουμε κάθε μας κίνηση από τη κούραση και το κρύο.

Μετά από 2 μιση ώρες περίπου η τελευταία ραχούλα που προσπεράσαμε μας αποκάλυψε τη  χιονισμένη κορυφή. Το τσιμεντένιο υψομετρικό μαρτυρούσε ότι βρισκόμασταν στο πιο ψηλό σημείο και το gps έδειχνε 1265 μέτρα. Η θέα από κει πάνω χωρίς να είναι κάτι το εξαιρετικό είναι πανέμορφη δύστυχώς όμως οι καιρικές συνθήκες δεν ευνοούσαν την ορατότητα. Πρός τα Βόρειοανατολικά το Τσαλ και άλλες κοντυνές ή μακρυνές κορυφές, στα Βόρεια Βορειοδυτικά ο Νέστος, η Σταυρούπολη και τα γύρω χωριά, Κομνηνά, Λιβερά, Κρωμνικό κτλ ,  στο Νότο όσο μπορούσαμε να δούμε λόγω της ομίχλης η γέφυρα του Νέστου, ο κάμπος, η θάλλασα και η Θάσος και στα Δυτικά το δεύτερο ύψωμα που θα έπρεπε επίσης να διασχίσουμε αργότερα κατά τη κυκλική μας πορεία.  Λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν δε χαρήκαμε όσο θα θέλαμε το "Καρπούζι"  και συνεχίσαμε τη πορεία μας ακολουθόντας τη χιονισμένη κορυφογραμμή που θα μας έβγαζε στην επόμενη κορυφή.

Σε λιγότερο από μισή ώρα είχαμε φτάσει. Η κορυφή αυτή είναι καμιά εικοσαριά μέτρα χαμηλότερη από τη πρώτη και το πέρασμά της οριοθετεί την επιστροφή την οποία και θεωρούσαμε ώς το ευκολότερο σημείο της διαδρομής.

Από κει και μετά αυτό που θεωρούσαμε εύκολο ήταν ... "βράχο, βράχο το καημό μου". Μια βραχώδης διαδρομή περίπου 1,5 χιλιομέτρου που ορειβατικά χαρακτηρίζεται ώς βαθμού δυσκολίας ΙΙ που σημαίνει " Πεζοπορικές αναβάσεις 6 έως 8 ωρών σε χαμηλά βουνά, με ή χωρίς χιόνι. Μπορούν να συμμετέχουν και αρχάριοι με καλή όμως φυσική κατάσταση και ανάλογο εξοπλισμό..".

Ανεβοκατεβαίναμε, σκαρφαλώναμε, πηδούσαμε, κουτρουβαλούσαμε και περπατούσαμε πάνω σε βράχους που μερικές φορές η επιφάνεια που μπορούσαμε να σταθούμε ήταν τόση όσο και το πλάτος της πατούσας μας. Εκεί πάνω δε χρειάζοταν να ψάχνουμε για σημάδια και μονοπάτια. Εκτός και αν θέλεις να κάνεις ελεύθερη πτώση δεν έχει που αλλού να πας.  Ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα αν δεν υπήρχε ο δυνατός αέρας, ή κούραση, το χίονι και το έρεβος δεξιά και αριστερά . Ευτυχώς που δεν υπήρχαν και οι αγκαθωτοί θάμνοι. Που να φυτρώσουν εκεί πάνω;. Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λές.  Απλά αυτοί μας περίμεναν παρακάτω...

 Μετά από περίπου 1 ώρα φτάναμε στη τελευταία κορυφή.  Μαζέψαμε τις δυνάμεις μας και ανηφορήσαμε. Βρήκαμε ένα πλάτωμα και αποφασίσαμε να κάνουμε μια μικρή στάση. Απέναντι στο βάθος φαινόταν ελάχιστα και το αυτοκίνητο. Και τι δε θά 'δινα εκείνη τη στιγμή να ήταν πιο κοντά.

 Πήραμε τη κατηφόρα. Συνεχίζαμε να πιστεύουμε ότι όσο πλησιάζουμε πρός το τέλος τα πράγματα θα γίνονται ευκολότερα. Μάταια :)  Η κλίση  που μας δυσκόλευε στο ανέβασμα δε βοηθούσε και πολύ και στο κατέβασμα. Μπροστά μας ένα ακόμα δάσος με βελανιδίες και αγκαθοφόρα δέντρα με  πυκνά κλαδιά που με δυσκολία βρίσκαμε ελάχιστο χώρο ενδιάμεσα για να περνάμε. Πάλι αρχίσαμε να ψάχνουμε για σημάδια. Μερικές φορές τα βρίσκαμε. Τίς άλλες φορές που δε τα βρίσκαμε αναγκαζόμασταν να ανοίγουμε μονοπάτια μόνοι μας γιατί κανένας δεν είχε το κουράγιο να γυρίσει πιό πίσω για να τα βρεί.  Ψάχναμε τα σημάδια του μονοπατιού αλλά γεμίσαμε σημάδια πάνω μας αφού είχαμε γεμίσει αμυχές και μικρές πληγές στα πόδια κυρίως από τα κλαδιά και τα αγκάθια. Αλλά ποιός έδινε σημασία.

Λίγο πρίν το τέλος περάσαμε μέσα από ερείπια, απομεινάρια μίας άλλης εποχής και φτάσαμε στο "Jeeps" καταταλαιπωρημένοι αλλά σίγουρα ευτυχείς για τη τελική έκβαση.

Κάναμε μία διαδρομή πάνω από 7 χιλίομετρα, περπατήσαμε για πάνω από 5μιση ώρες, φτάσαμε σε υψόμετρο κοντά στα 1300 μέτρα, ανηφορίσαμε και κατηφορίσαμε σε κλίση περίπου 45 μοιρών, πληγωθήκαμε, κουραστήκαμε, κρυώσαμε, ταλαιπωρηθήκαμε αλλά το 'φχαριστηθήκαμε. Το συναίσθημα όταν φτάσαμε στο τέλος ήταν ευχάριστο, ανακουφιστικό και πιστεύω ότι και οι τρείς νιώσαμε ώς και υπερήφανοι που τα καταφέραμε.

Ισως κάποιος πιο έμπειρος να γελάει με τα παραπάνω. Η κορυφή "Καρπούζι" δεν είναι και η δυσκολότερη διαδρομή στο κόσμο και ούτε τα γεωγραφικά της στοιχεία τη καθιστούν κάτι εξαιρετικό. Δεδομένων των συνθηκών όμως και της απόφασης που πήραμε χωρίς πολύ σκέψη, χωρίς την ανάλογη προετοιμασία και δεδομένης της κατάστασης που αναγκαστικά αντιμετωπίσαμε "εκεί πάνω" σίγουρα για μας ήταν κάτι ξεχωριστό.  Αν είχαμε καλύτερη προετοιμασία, αν λαμβάναμε υπ' όψιν τις καιρικές συνθήκες και αν γνωρίζαμε καλύτερα τις δυσκολίες της διαδρομής ίσως και να μη το αποφασίζαμε να πάμε τη συγκεκριμένη ημέρα. Ετσι όμως δε θα είμασταν τόσο τυχεροί .





Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Μαζί μου έλα πάνω απ' τα σύνεφα

Παραλίγο η βροχή να μας χαλάσει τα σχέδια. Τελικά το τηλέφωνο έπεσε 6¨30 το πρωί της Κυριακής.  Ερώτηση και απάντηση μονολεκτική : "Πάμε;", "Πάμε!" και πήγαμε. 7 παρά στο γηπεδάκι της Ιερατικής, πίσα σκοτάδι τριγύρω. Προετοιμασία, σακίδιο, φακός, gps, μπαστούνι και ανηφόρα.

Οταν βγήκαμε στη κορυφή της "ανηφόρας" ακόμα δεν είχε φέξει καλά καλά. Η κορυφή ήταν σκοτεινή και το φεγγάρι ακριβώς από πάνω της μπαινόβγαινε στα σύνεφα. Πήραμε λίγες ανάσες γιατί παρά τα μόλις 650 μέτρα απόστασης που διανύσαμε η ανηφόρα για ακόμα μία φορά ήταν εξουθενωτική.

Αυγό by night
Το σκοτάδι σιγά σιγά υποχωρούσε και η υγρασία στους βράχους μας έκανε να είμαστε πιο προσεχτικοί για να αποφύγουμε ...περιπέτειες. Μερικές ριπές κρύου αέρα μας υπενθύμιζαν ότι ακόμα βρισκόμασταν στον Ιανουάριο παρόλο που γενικά η θερμοκρασία ήταν καλή για Χειμωνιάτικο μήνα. Είχε χαράξει για τα καλά  πρίν πάρουμε  τη μεγάλη ανηφόρα της κορυφής και αρχίσαμε τη πορεία μας στο λασπωμένο μονοπάτι μέσα στο δασάκι.

Στο σημείο που τελειώνουν τα δέντρα το χωμάτινο λασπωμένο μονοπατι γίνεται πέτρινο και είναι σημάδι ότι σε πολύ λίγο φτάνεις στη κορυφή. Λίγο πρίν τη κορυφή αποκτήσαμε και ένα συνοδοιπόρο που ανέβαινε ψηλά επίσης. Ένα εντυπωσιακό στρώμα ομίχλης που ανέβαινε από τη χαράδρα και στροβιλιζόταν από τα ρεύματα με έκανε να ψάχνω μέσα στο σακίδιο τη camera για να αποθανατίσω τη στιγμή.


Σε λίγο φτάσαμε στη κορυφή και η ομίχλη εμπόδιζε τη θέα πρός τη πόλη δημιουργόντας όμως ένα άλλο είδος θέας που δεν είχα συναντήσει μέχρι τώρα. Βρισκόμενος σε ύψος 600 και βάλε μέτρα και με τα σύνεφα χαμηλώτερα καταλαβαίνεις το συναίσθημα...

Κάτσαμε να πάρουμε μια ανάσα, να πούμε μια γουλιά νερό και να θαυμάσουμε ότι μπορούσαμε τέλος πάντων να θαυμάσουμε. Ο Σάββας έκανε τις τελευταίες ρυθμίσεις στο gps του όταν παρατήρησε ένα σημαδάκι στην οθόνη. "Εδώ δείχνει ένα κάστρο" μου λέει "Δεν είναι μακρία από το σημείο που βρισκόμαστε". "Αντε τι καθόμαστε πάμε να το βρούμε" του λέω και ξαναφορτώνομαι το σακίδιο γρήγορα γρήορα και ξεκινάμε πρός τη κατεύθυνση που έδειχνε το gps. Στη πορεία έιδαμε ότι η διαδρομή ήταν σημαδεμένη με πορτοκαλί μπογιά. Μάλλον είμασταν οι μόνοι που δε γνωρίζαμε τα ερείπια :(

Η αλήθεια είναι ότι στο google maps κάποιος είχε αναρτήσει μία φωτογραφία με κάτι επείπια από τείχη προς τη ΝοτιοΔυτική πλευρά της κορυφής και κάθε φορά που ανέβαινα έριχνα κάποιες ματίες πρός τη πλαγιά μήπως και διακρίνω τίποτα αλλά καθώς η φωτογραφία είναι σε λάθος θέση, ποτέ δεν έβλεπα κάτι. Τα απομεινάρια λοιπόν ενός τείχους και ενός μάλλον πύργου-πολεμίστρας, μιάς άλλης εποχής βρίσκονται στη βορειοδυτική πλευρά της κορυφής κορυφή του αυγού απέναντι από το Τσάλ. Προφανώς οχυρωματικό έργο Ρωμαικής ή Βυζαντινής εποχής μάλλον χωρίς μεγάλη αρχαιολογική αξία παρόμοιο με το κομμάτι του τείχους της "Ξάνθειας" που βρίσκεται χαμηλώτερα απέναντι από το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία, πάνψ από την Ιερατική Σχολή. Πρός αποκατάσταση της αλήθειας η φωτογραφία βγήκε geotaging και η νέα ανάρτηση στο google maps θα την έχει στη σωστή θέση. B41.1501389, A24.861223










Θα προσπαθήσω να βρώ κάποιες πληροφορίες αλλά αν κάποιος γνωρίζει τίποτα σχετικά καλό θα ήταν να μας ενημερώσει και μας.

Πίσω μας ο όγκος του Τσαλ με τη συνεφιασμένη κορυφή με τη σκιά του Αυγού στη πλαγιά του.

 
Η σκιά του Αυγού στη πλαγιά του Τσαλ.
 Δε καθήσαμε πολύ περισσότερο.  Πήραμε το δρόμο της επιστροφής από το γνωστό μονοπάτι.





Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Το Αυγό από την άλλη

Όπως είπαμε τη κορυφή του Αυγού μπορείς να τη προσεγγίσεις από διάφορες πλευρές. Αφού είδαμε τη κλασική διαδρομή από το μονοπάτι της Ιερατικής ας δούμε τώρα και την διαδρομή από το μονοπάτι της Αγίας Παρασκευής.

Φτάνοντας λοιπόν στην Ιερατική Σχολή όπου υπάρχει και η μονή των Ταξιαρχών, παίρνεις τον δασικό χωματόδρομο στα αριστερά σου. Το στίγμα σε εκείνο το σημείο είναι Β41.14777 , Α24.88210.  Αν στο GPS έχεις αυτό το στίγμα έχει καλώς. Αν όχι τότε βρίσκεσαι κάπου αλλού.

Η διαδρομή πάνω στο χωματόδρομο είναι πολύ εύκολη και το πιο πιθανό είναι να συναντήσεις αρκετό κόσμο που κάνει τη βόλτα του. Από τη πρώτη στροφή θα δεις ψηλά τη κορυφή του Αυγού σε ένα πραγματικά όμορφο τοπίο.Άμα είναι και χιονισμένο, ακόμα ομορφότερο.

Άποψη του Αυγού από το χωματόδρομο

Το τέλος του χωματόδρομου σε στίγμα Β41.14451, Α24.87661 οριοθετεί  ένας βράχος δίπλα σε ένα πυροσβεστικό κρουνό. Από εκείνο το σημείο ξεκινούν 2-3 αχνά μονοπάτια που βγάζουν σε κάποια περιβόλια αλλά καλό είναι να μη τα ακολουθήσεις γιατί μάλλον είναι ιδιόκτητες περιοχές. Άλλωστε εσένα σε ενδιαφέρει το το ένα και μοναδικό μονοπάτι που για αυτό  θα μιλήσουμε σε πολύ λίγο. Είχαμε μείνει στο βράχο λοιπόν. Αν κοιτάξεις δίπλα από το βράχο θα δεις μια ημερομηνία σχηματισμένη με μικρά πετραδάκια. Η ιστορία έχει ως εξής: δύο φίλοι κάνουν βόλτα με τα σκυλιά τους αρκετά συχνά σε αυτό το χωματόδρομο.Όποτε πάνε αλλάζουν την ημερομηνία σαν ενθύμιο της τελευταίας τους επίσκεψης. Αυτό γίνεται και στη περίπτωση που  πάει μόνο ό ένας από τους δύο. Έτσι αν την επόμενη φορά πάει ό άλλος, βλέπει την ημερομηνία και ξέρει το πότε πήγε ο φίλος του.


Απέναντι από τον βράχο ξεκινάει το μονοπάτι. Κάνεις λίγα μέτρα μέσα στο πευκοδάσος προσέχοντας κυρίως να μη γλιστρήσεις και σε λιγότερο από 3-4 λεπτά παίρνεις το πετρόχτιστο ζικγζακοτό μονοπάτι. Γιατί το λέω ζιγκζακοτό? Ε! άμα πας θα δεις.  Το μονοπάτι βρίσκεται εκεί σχεδόν από πάντα και είναι ξεκάθαρο ότι είναι χτισμένο και όχι απλά σχηματισμένο από τις πατημασίες και από το χρόνο. Πάντα αναρωτιέμαι ποίος ασχολείται και χτίζει αυτά τα μονοπάτια. Προφανώς οι "παλιοί" είχαν περισσότερη ψυχή από τους νεώτερους. Σε λιγότερο από 10 λεπτά φτάνεις στο πετρόχτιστο  ξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Στίγμα Β41.14414, Α24.8748

Η Αγία Παρασκευή

Στο σημείο αυτό παλαιότερα υπήρχε ένα υπερυψωμένο ξύλινο παρατηρητήριο φτιαγμένο από το Δασαρχείο Ξάνθης την εποχή που γινόταν η διαμόρφωση του Άλσους που βρίσκεται χαμηλότερα. Το παρατηρητήριο δεν υπάρχει πλέον σήμερα και τα απομεινάρια του μπορείς να τα δεις πεταμένα εκεί κοντά . Από κει πάνω μπορείς και πάλι να θαυμάσεις την υπέροχη θέα. Είσαι τόσο ψηλά ώστε να να τα βλέπεις όλα και τόσο κοντά ώστε να ακούς τους ήχους της πόλης. Αν πας Κυριακή πρωί θα ακούσεις τις καμπάνες από το μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης που βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από κει που είσαι εσύ. Ακόμα μπορείς να ακούσεις και τη  στρατιωτική μπάντα που κάθε Κυριακή πρωί αποδίδει τιμές κατά την ανάρτηση της Σημαίας στη Κεντρική Πλατεία.  

Θεά από την Αγία Παρασκευή
 
Από πάνω σου έχεις τον πέτρινο όγκο του "Αυχένα". Ένα ξερό βραχώδες ανηφορικό ξέφωτο που οι παλαιότεροι ίσως θυμούνται ότι με ασβεστομένες πέτρες ήταν γραμμένες διάφορες λέξεις  ή σύμβολα που φαινόταν από απόσταση πολλών χιλιομέτρων. Από αυτές τις πέτρες είναι χτισμένη η Αγία Παρασκευή. Συνεχίζοντας στον "Αυχένα" μπαίνεις σε ένα δάσος από πεύκα και βελανιδιές. Εκεί δεν έχει ξεκάθαρα μονοπάτια αλλά δε θα δυσκολευτείς να βρείς το δρόμο σου ανάμεσα από τα δέντρα. Όπου έχει χώρο περπατάς, όπου δεν έχει αλλάζεις διαδρομή. Εκεί θα συναντήσεις και αρκετά μικρά ή μεγαλύτερα μανιτάρια. Μη κάνεις το λάθος να τα μαζέψεις για μεζέ, δε ξέρεις από που κρατάει η σκούφια τους. Αν το κάψεις λίγο αριστερά θα βρεθείς απέναντι από το παλιό λατομείο και το Καζίνο. Εκεί θα δείς και τις πληγές που άφησε η μεγάλη φωτιά του 2008. Ηταν καλοκαίρι και ακόμα θυμάμαι τους καπνούς και τις φλόγες που ξεπήδησαν από τη πλαγια του βουνού και τα πυροσβεστικά αεροπλάνα που εφορμούσαν στο δύσκολο είναι η αλήθεια τοπίο για να τη σβήσουν. Ευτυχώς δεν έγινε πολύ μεγάλη ζημιά όπως αυτές που ακούμε σε άλλες περιοχές και η φωτιά δεν επεκτάθηκε στο υπόλοιπο βουνό. Μολις φτάσεις σε εκείνο το σημείο θα δείς ότι υπάρχει ένας φύσικός δασικός δρόμος. Μεταξύ των δέντρων από τη πλαγιά του λατομείου και από τη πλαγιά του "Αυχένα" η φύση έχει δημιουργήσει ένα διάδρομο πλάτους περίπου 3 μέτρων που ήταν αρκετός για να αποτρέψει την επέκταση της φωτιάς. 

Συνεχίζοντας πρός τη κορυφή συναντάς το "Δέντρο του Βοριά". Ενα πέυκο που στέκει μονάχο του ριζομένο πάνω στο βράχο, εκτεθιμένο στις καιρικές συνθήκες από κάθε άποψη, που Βορίας έχει σμιλέψει τα κλαδία του δίνοντας του αυτό το μοναδικό ασύμετρο σχήμα. Α! και για να μη χανόμαστε το στίγμα στο Δεντρο του Βοριά είναι  Β41.14671, Α24.87158
Το δέντρο του Βοριά

Σε καμιά 20αρια μέτρα φτάνεις στη κορυφή του αυχένα. Απέναντί σου όλη η καμπυλη του Αυγού σε μια καταπληκτική πανοραμική εικόνα. Αριστερά βλέπεις τη Χρύσα και δεξιά το μονοπάτι της Ιερατικής και είναι πολύ πιθανό να δείς από κεί άλλους περιπατητές ορειβάτες να ανεβαίνουν προς τα "πάνω". Για να σνεχίσεις προς το Αυγό θα πρέπει πρώτα να κατεβείς από τον Αυχένα αλλά αυτό δεν είναι καθόλου δύσκολο. Λίγη προσοχή θέλει μόνο μη γλυστρήσεις πάνω στους βράχους. 

Από δώ και μετά όμως αρχίζουν τα δύσκολα. Απο δώ και μετά δε μιλάμε για μονοπάτια. Η κορυφή είναι μπροστά σου και μπορείς να πάς από όπου θέλεις αφού το μόνο που θα συναντάς είναι βράχοι και πέτρες. Είναι σαφώς μια πολύ δύσκολη διαδρομή και αν δεν είσαι κατάλληλα προετοιμασμένος  καλύτερα να αναθεωρήσεις. Αλλωστε και μέχρι τη κορυφή του Αυχένα που έχεις φτάσει νιώθεις γεμάτος. Αν αποφασίσεις να συνεχίσεις, η κορυφή του Αυγού θα σε αποζημιώσει σίγουρα και ίσως και περισσότερο από άλλες φορές. Πάντως θέλει πολύ προσοχή που θα πατάς αφου οι πέτρες κατά την άνοδο δεν είναι και πολυ σταθερές και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να υποχωρήσουν κάτω από τα πόδια σου.



Από τον Αυχένα μπορείς να κατεβείς ακολουθόντας την ίδια διαδρομή που ανέβηκες αλλά να προσέξεις μη βγείς πολύ αριστερα γιατί υπάρχει κίνδυνος να ταλαιπωρηθείς  μέσα στο δάσος χωρίς λόγο. Αν ανεβείς στη κορυφή η καλύτερη επιστροφή είναι από το γνωστό μονοπάτι της Ιερατικής για να αποφύγεις κάθε άσχημη περιπέτεια. 

Η διαδρομή χαρίζει πολλές συγκινήσεις και μεγάλη ευχαρίστηση. Η κούραση μετριάζεται απο  αυτά που βλέπεις και ακούς και σε κάνουν να θές να επαναλάβεις το εγχείρημα. Στο βουνό πάμε πάντα με προσοχή και κατάλληλα προετοιμασμένοι όσο εύκολη και κοντινή να είναι η διαδρομή. Προσέχουμε για να έχουμε.