Τρίτη 5 Απριλίου 2011

O Τρίτος Δρόμος


Σε προηγούμενες αναρτήσεις είχα αναφέρει τις 2 διαδρομές που συνήθως χρησιμοποιούνται για το Αυγό. Τη πλέον συνηθισμένη που ξεκινάει από το «γήπεδο» της Ιερατικής Σχολής και περνάει από  τη "διασταύρωση" για το Τσαλ και αυτή που περνάει από το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, ανεβαίνει το ζωγραφιστό βράχο, περνάει από το Δέντρο του Βοριά, κατηφορίζει τον Αυχένα και παίρνει την ανηφόρα για τη Κορυφή. Υπάρχει και η 4η διαδρομή από τη Χρύσα αλλά αυτό θα αποτελέσει μελλοντική αναφορά.

Οπότε, αν και άργησα, δικαιωματικά η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη 3η εναλλακτική για την οποία προσωπικά έχω και μία ιδιαίτερη αδυναμία καθώς ήταν η πρώτη διαδρομή που έκανα πριν από 25 χρόνια και η μόνη που ήξερα μέχρι πριν από λίγους μήνες.

Η διαδρομή αυτή λοιπόν ξεκινάει από τα παλιά λατομεία, λίγο πιο κάτω από το σημείο που χρησιμοποιούνταν παλιότερα σαν πεδίο εκπαίδευσης της αναρριχητικής σχολή του ΕΟΣ Ξάνθης.  Σήμερα έχουν γίνει παρεμβάσεις στο χώρο και χρησιμοποιείται πλέον για parking  του Καζίνο, οπότε το πεδίο εκπαίδευσης μάλλον έχει εγκαταλειφθεί. Τέλος πάντων ακόμα θυμάμαι τα αναρριχητικά κλειδιά καρφωμένα στους βράχους και τη σχετική πινακίδα που όσο και αν έψαξα δε τη βρήκα.

Μόλις είχε αρχίσει να αχνοφέγγει. Με τον Σάββα και τον Αλέξανδρο αφήσαμε το αυτοκίνητο στο parking και κατηφορίσαμε μερικά μέτρα για αν βρούμε ακριβώς το σημείο που ανέφερε το Hellaspath. Διασχίσαμε ένα ρυάκι και σχεδόν αμέσως βρεθήκαμε κάτω από ένα βραχώδη όγκο που ήταν και η αρχή του “μονοπατιού” όπου υπήρχαν και σημάδια. Δε γνωρίζω αν σήμερα ο χώρος χρησιμοποιείται όπως στο παρελθόν αλλά τα σημάδια δείχνουν ότι αποτελεί μία ενεργή διαδρομή.

Αρχίσαμε το σκαρφάλωμα. Κάπου στη μέση της αναρρίχησης διαπιστώσαμε ότι τα μπαστούνια μας όχι μόνο δε μας χρησίμευαν  αλλά μας εμπόδιζαν κιόλας και αποφασίσαμε να τα ξεφορτωθούμε. Τα πετάξαμε λοιπόν όσο πιο μακριά γινόταν και ελπίζαμε να μπορέσουμε να τα ξαναβρούμε στην επιστροφή. Συνεχίσαμε το σκαρφάλωμα και κάπου κατά κει πρέπει να ήταν που το gps μου ζουλήχθηκε σε ένα βράχο και παρέδωσε το πνεύμα. Το ότι είχε σπάσει η οθόνη αφής το κατάλαβα πολύ αργότερα στην κατεβασιά. Μια ακόμα παράπλευρη απώλεια λοιπόν. 

Με το που τελείωσε η αναρρίχηση βρεθήκαμε μέσα στα αποκαΐδια. Ότι απέμεινε από τη φωτιά που είχε ξεσπάσει σε αυτό το σημείο το καλοκαίρι του 2008 ήταν καμένα δέντρα και θάμνοι. Είχε πλέον ξημερώσει για τα καλά  και το θέαμα δεν ήταν και ότι καλύτερο για βουνό. Αναλογιζόμενοι τη καταστροφή θα πρέπει πάντως να θεωρήσουμε μεγάλη τύχη το ότι η φωτιά δεν επεκτάθηκε περισσότερο.



Πίσω μας η πόλη και στο βάθος ο κάμπος με τη συνήθη σχετική ομίχλη. Μας πήρε περίπου 30 λεπτά μέχρι εδώ και από αυτό το σημείο αρχίσαμε να βλέπουμε το Αυγό.  

Συνεχίσαμε ανηφορίζοντας για καμιά 300αριά μέτρα μέσα στα καμένα. Έτσι φτάσαμε το «οροπέδιο». Ένα ξερό, πέτρινο πλάτωμα  ακριβώς στους πρόποδες του κώνου που σου προσφέρει την ομορφότερη θέα της κορυφής. Είναι ακριβώς η ίδια θέα που με είχε εντυπωσιάσει τη πρώτη φορά πριν από 25 χρόνια. Όλο το Αυγό απλώνεται μπροστά σου. Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες 2 διαδρομές, αυτή η  πορεία προς τη κορυφή είναι η πιο ανηφορική και έχει τη μεγαλύτερη απόσταση από τη κορυφή είναι όμως σίγουρα η ομορφότερη.
Φωτογραφίες και τα σχετικά και πήραμε την ανηφόρα. Μπροστά ο Σάββας μετά ο Άλεξ και τέλος εγώ. Η κλίση είναι αρκετά μεγάλη και αρκετά κουραστική αλλά δεν είναι δύσκολη ή επικίνδυνη. Βέβαια κάθε διαδρομή στο βουνό απαιτεί προσοχή και η συγκεκριμένη δεν αποτελεί εξαίρεση. Έτσι λοιπόν είτε με κάθετο ανέβασμα είτε με ζιγκζακοτό, ακολουθώντας και πάλι τα σημάδια. πλησιάζαμε προς τη κορυφή. Τα σημάδια δεν οριοθετούν κάποιο μονοπάτι αφού δεν υπάρχει ο κίνδυνος να χάσεις το δρόμο σου. Όμως είναι πολύ χρήσιμα αφού δείχνουν το πιο βατό σημείο της ψιλοδύσβατης ανάβασης και σε βγάζουν στο καλύτερο σημείο για να ανεβείς στη κορυφή.

Καμία 20αρια μέτρα πριν το τέλος στα δεξιά, σε ενα "καμβά" που σχηματίζει ο κάθετος βράχος, στα Νοτιοδυτικά, υπάρχει ζωγραφισμένη μία μεγάλη Γαλανόλευκη. Η συνολική της επιφάνεια είναι περίπου 8 τ.μέτρα και είναι ορατή ακόμα και από τη Χρύσα. Για να δεις τη σημαία από τη κορυφή θα πρέπει να φτάσεις στην άκρη του γκρεμού.



Μπροστά κάποιοι βράχοι που εξέχουν δημιουργούν ένα στένεμα που εύκολα περάσαμε σκαρφαλώνοντας και πατήσαμε κορυφή που κάποιοι πρίν από εμάς είχαν σχηματίσει με πέτρες τη λέξη "ΑΥΓΟ".
 










Οι σκηνές αποθανατίστηκαν σε βίντεο από το κινητό του Σάββα που είχε φτάσει πρώτος. Ο ήλιος είχε ανατείλει πλέον για τα καλά και ήταν μια υπέροχη ηλιόλουστη μέρα στα μέσα του Φεβρουαρίου. Μεσα από την ομίχλη που αργά αργά δυαλιόταν φιανόταν η πόλη στο βάθος ο κάμπος και η θάλασσα. Καθίσαμε για λίγο στην άκρη του βράχου και κάναμε μία ανασκόπηση της διαδρομής. Υπογράψαμε στο «Βιβλίο των ευχών», πήγαμε και μέχρι τα απομεινάρια του Βυζαντινού κάστρου της κορυφής και αφού ξεκουραστήκαμε για λίγο πήραμε τη κατηφόρα από το μονοπάτι της Ιερατικής.

 






 
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Google Earth η όλη διαδρομή μαζί με τις στάσεις μας πήρε 2 ώρες και 20 λεπτά για να δυανίσουμε κάτι παραπάνω από 3.5 χλμ.










Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Κάτι τρέχει στα ... Γυφτόκαστρο

Ούτε που είχα ξανακούσει για τη τοποθεσία που μου είπε ο Σάββας.
-«Είσαι για ένα Γυφτοκαστρο;»
-«Γυφτόκαστρο; Τι είναι πάλι τούτο; Που βρίσκεται; Που να τρέχουμε τώρα στο εξωτερικό?»
Για τους μη γνωρίζοντες λοιπόν, όπως εγώ, Γυφτάκαστρο είναι η υψηλότερη κορυφή της οροσειράς της Ροδόπης στο Νομό Ξάνθης και βρίσκεται Βόρεια του Νομού στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα σε υψόμετρο 1827 μέτρα.
Ήταν Οκτώβριος του ‘10. Το ρίξαμε στη μελέτη για να βρούμε οποιαδήποτε πληροφορία για Γυφτόκαστρο. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που πέσαμε πάνω στο Hellaspath και πραγματικά οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στα παιδιά που το συντηρούν και το τροφοδοτούν με διαδρομές, χάρτες και στίγματα. Και όσο αφορά το Γυφτόκαστρο  το πακέτο  πληροφοριών στο Hellaspath είναι πλήρες. Έτσι λοιπόν βάλαμε τη διαδρομή στο gps και τυπώσαμε πληροφορίες, χάρτες και σημεία ενδιαφέροντος.   Μίας και ήμασταν ακόμα στην αρχή αυτού του νέου hobby έπρεπε να μάθουμε και τη χρήση του gps, την εισαγωγή και μετατροπή στιγμάτων και POI σε διάφορα format για off road διαδρομές κτλ. Ανέλαβα να βάλω όλο το υλικό που τυπώσαμε σε σε ένα φάκελο για να το έχουμε  μαζί μας.


Στη παρέα μας και η Λίνα και πρωί-πρωί (πολύ πρωί μιλάμε αφού ακόμα δεν είχε ούτε κάν χαράξει) πήραμε τα βουνά. Κάπου στη πορεία συνειδητοποίησα ότι όλη η έντυπη προετοιμασία που είχαμε κάνει πήγε στράφι. Οτιδήποτε τυπώσαμε είχε ξεχαστεί πάνω στο τραπέζι του σπιτιού μου αφού το πακέτο με τις πληροφορίες και τους χάρτες ήταν το μόνο που δεν είχα βάλει στο σακίδιο. Ευτυχώς που είχαμε περάσει τα στοιχεία του gps και δε θα πηγαίναμε εντελώς στα τυφλά. Περάσαμε την για μια ακόμα φορά ομιχλώδη Σταυρούπολη και από το Καρυόφυτο φτάσαμε στο Λειβαδίτη. Σκοτάδι ακόμα και τα φώτα του RAV4 λαμπύριζαν πάνω στη πάχνη που είχε πέσει λόγω της υγρασίας και της χαμηλής θερμοκρασίας.

Φτάσαμε στο Δασικό Χωριό του Λειβαδίτη. Μόλις που είχε αρχίσει να χαράζει. Μας έκανε εντύπωση η ύπαρξη πολλών αυτοκινήτων έξω από το περίβολο του Χωριού. Όλα τα σπιτάκια του φαινόταν κατειλλημένα και ένα βαρέλι που ακόμα «κάπνιζε» μαρτυρούσε κάποιο νυχτερινό…πάρτυ. Μερικά banners από εταιρίες με αθλητικά είδη και είδη ορειβασίας μας έλυσαν την απορία. Μας είχε διαφύγει εντελώς το γεγονός ότι εκείνο το Σαββατοκύριακο διεξαγόταν ο αγώνας Rodopi Ultra Trail 2010 και ότι το Δασικό Χωριό του Λειβαδίτη ήταν η αφετηρία και ο τερματισμός της διαδρομής των 100 μιλίων.

Ακριβώς απέναντι από τη είσοδο του Δασικού Χωριού ξεκινάει ο δρόμος για το Γυφτόκαστρο. Κάποιοι ξεκινάνε τη πεζοπορική διαδρομή τους από αυτό το σημείο. Εμείς συνεχίσαμε με το αυτοκίνητο στο χωματόδρομο και σε λίγο συναντήσαμε ένα άπλωμα με ένα κτίσμα του Δασαρχείου όπου από πίσω ξεκινούσαν κάποια χωμάτινα νεροφαγωμένα σκαλάκια. Αν και ο χωματόδρομος έδειχνε να συνεχίζει, θεωρήσαμε ότι αυτό ήταν μάλλον το σημείο που το Hellaspath εννούσε «…διασταύρωση με κτίσμα του Δασαρχείου και κιόσκι. (μέχρι εδώ μπορούμε να έρθουμε και με αυτοκίνητο αν δεν έχει χιόνια).»

Πήραμε το μονοπάτι που ξεκινάει από τα σκαλάκια. Ο Σάββας άρχισε αμέσως την αγαπημένη του ασχολία : το ψάξιμο των σημαδιών του μονοπατιού το οποίο ήταν καλά σημαδεμένο και μας διευκόλυνε. Σημάδι – σημάδι μπήκαμε πιο βαθιά στο δάσος προσπαθώντας να θυμηθούμε και να αναγνωρίσουμε κάτι από αυτά που είχαμε μελετήσει αλλά είχα αφήσει στο σπίτι. Η διαδρομή μοναδική όπως και κάθε διαδρομή στο βουνό. Κόκκινα μανιτάρια (που κάναμε το λάθος να μη φωτογραφίσουμε αφού θεωρήσαμε ότι θα μπορέσουμε να τα ξαναβρούμε στην επιστροφή), πανύψηλες Οξιές, πεσμένοι κορμοί, ανηφόρες, κατηφόρες, ξέφωτα κτλ. 
Κάποια στιγμή το μονοπάτι μας έβγαλε από το δάσος σε ένα δασικό δρόμο. Περπατήσαμε δίπλα από εντυπωσιακούς βράχους και λίγο πιο κάτω συναντήσαμε τα υπολείμματα από ένα κιόσκι, μία πινακίδα και κάτι πέτρινα σκαλάκια που μας ξαναέβαζαν στο μονοπάτι. Συνειδητοποιήσαμε ότι  θα μπορούσαμε να έχουμε έρθει μέχρι εδώ με το αυτοκίνητο και να γλιτώναμε 2-3 χιλιόμετρα. Σε εκείνη τη φάση δε μας ένοιαξε γιατί αφενός ήταν ακόμα σχετικά νωρίς και αφετέρου δε ξέραμε την υπόλοιπη διαδρομή. Αν τη ξέραμε …
 








Μπήκαμε και πάλι στο μονοπάτι και ανηφορίσαμε. Η θερμοκρασία στους 0 βαθμούς. Όσο ανεβαίναμε σε υψόμετρο συναντήσαμε τη πιο παχιά και πυκνή πάχνη που έχω δει. Αναρωτιόμουν αν είναι πραγματικά πάχνη ή χιόνι αφού δε μπορούσα να τα ξεχωρίσω. Το μονοπάτι, οι πλαγιές και όσο μπορούσαμε να δούμε ήταν στρωμένα με ένα άσπρο πέπλο. Τα κλαδιά των δέντρων ήταν γεμάτα και λύγισαν από το βάρος . Ακόμα και ο ήχος των βημάτων μας ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος που ακούγεται όταν πατάς πάνω σε χιόνι. Περνώντας μέσα από το δάσος, νιφάδες έπεφταν από τα δέντρα και έδιναν την εντύπωση ότι χιόνιζε. Αν έκανες ησυχία άκουγες και τον ήχο από τις νιφάδες και τις στάλες που έπεφταν από το ένα φύλλο στο άλλο.
 
 







 Προσπεράσαμε μία μικρή λίμνη και ακολουθώντας πορεία Βόρεια- Βορειοανατολική πλησιάζαμε προς τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Σε κάποια σημεία της διαδρομής και για αρκετά μεγάλη απόσταση πηγαίναμε παράλληλα με ένα κάθετο σκάμμα, μία τάφρο θα έλεγε κανείς που στην αρχή θεωρήσαμε ότι αποτελεί τη συνοριογραμμή με τους γείτονές μας και κάναμε και τσαλιμάκια ότι με το ένα πόδι ήμασταν στην Ελλάδα και με το άλλο στη Βουλγαρία αλλά γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι λόγω της χάραξης και της κατεύθυνσης της δε θα μπορούσαν  να  είναι εκεί τα σύνορα. Τη πραγματική συνοριακή τάφρο θα τη συναντούσαμε αργότερα.








 
 Οι συνοδοιπόροι μου ήταν καμία 200αρια μέτρα πιο μπροστά και ήδη είχαν πάρει τη στροφή σε ένα ημικυκλικό, αμφιθεατρικό μονοπάτι όσο εγώ βρισκόμουν ακόμα μέσα στο δάσος όταν ακούω τον Σάββα να φωνάζει ότι απέναντί μας βλέπει τον πύργο του Παμπόροβο. Μην έχοντας συνειδητοποιήσει που είμαστε δε τον πίστεψα. Δε μπορούσα να πιστέψω ότι ήμασταν τόσο ψηλά, τόσο μακριά, τόσο… κοντά. Σε λίγο, αφού βγήκα από το δάσος, έφτασα και εγώ στο ίδιο σημείο. Πράγματι απέναντι μας, σε απόσταση που δε μπορούσα να υπολογίσω αλλά τέτοια ώστε να είναι ορατός, φαινόταν στο βάθος ο πύργος του Παμπόροβο (Snezhanka Tower). Ένας πύργος σε ψιλοπαρόμοιο σχέδιο με αυτόν της Έκθεσης της Θεσσαλονίκης που στεγάζει αναμεταδότες τηλεόρασης και άλλο τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό της περιοχής ( και μια καφετέρια οπωσδήποτε) και βρίσκεται στη κορυφή του χιονοδρομικού κέντρου του Παμπόροβο. Λένε ότι αν έχει καλό καιρό από το πύργο η ορατότητα φτάνει μέχρι και το Αιγαίο Πέλαγος.  Σε μία επίσκεψή μου στη Βουλγαρία είχα τη τύχη να τον επισκεφτώ αλλά τη δεδομένη στιγμή μου φαινόταν πιο εντυπωσιακός και ας ήταν τόσο μακριά. Από εκείνο το σημείο φαινόταν ακόμα και το Σμόλιαν  καθώς και κάποια μικρότερα Βουλγάρικα χωριά.
 
Συνεχίσαμε τη πορεία μας ακολουθώντας κάποιες φορές τα σημάδια, κάποιες φορές τα κορδελάκια που ήταν δεμένα στα δέντρα, και κάποιες φορές το gps και βλέπαμε στη διαδρομή πράγματα που μας εντυπωσίαζαν ή που δε περιμέναμε να βρούμε κατά δω πάνω όπως η μικρή λίμνη που προανέφερα, μια ξύλινη καλύβα μέσα στη μέση του πουθενά ή ένα δέντρο με κόκκινους καρπούς που είχαν κρυσταλλώσει από το παγετό.









Κάπου στο βάθος πάνω σε ένα ύψωμα είδαμε μια πυραμίδα. Έτσι χαρακτηρίζονται μικροί τσιμεντένιοι κώνοι που τοποθετούνται κατά μήκος της συνοριογραμμής και δημιουργούν ένα νοητό άξονα που αποτελεί τα σύνορα μεταξύ της Ελλάδας και των γειτόνων μας. Κάθε πυραμίδα έχει χαραγμένα κάτι γράμματα και κάτι αριθμούς για να ξεχωρίζει.   Ξεκινήσαμε προς εκείνη τη κατεύθυνση αλλά αφού συμβουλευτήκαμε  το gps διαπιστώσαμε ότι είχαμε πάρει λάθος δρόμο. Ο κώνος της κορυφής, η Γυφτοκορφή,  βρισκόταν στα δεξιά μας. Και όταν λέω στα δεξιά μας εννοώ δίπλα μας. Ήταν τόσο κοντά αλλά τόσο …ψηλά. Από το σημείο που βρισκόμασταν στη βάση της, η κορυφή θα πρέπει να απέχει κανένα χιλιόμετρο σε απόσταση και καμιά 200αρια μέτρα σε ύψος. Μετά από πορεία 3 ωρών και 6-7 χιλιομέτρων πάνω στο βουνό, αυτή η απόσταση δεν ήταν και η ιδανικότερη αλλά σαφώς αφού «φτάσαμε στη πηγή θα το πιούμε το νερό και ας είναι και… παγωμένο».

Αυτό το τελευταίο μέρος της διαδρομής περνάει μέσα από ένα ξέφωτο πλάτους καμιά 20αριά μέτρων που έχει δημιουργηθεί από υλοτομική δραστηριότητα. Όλο το ξέφωτο ήταν καλυμμένο με αυτό το χιόνι. Ήταν σαν πίστα  του ski. Για περίπου 100 μέτρα κινηθήκαμε Νότια και μετά στρίψαμε τη μεγάλη ανηφόρα Ανατολικά. Ακριβώς πάνω στη στροφή άλλη πυραμίδα η Pb62. Αυτή τη φορά ήμασταν ακριβώς πάνω στα σύνορα οπότε πλέον δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι με το ένα πόδι βρισκόμασταν στην Ελλάδα και με το άλλο στη Βουλγαρία.  Η πραγματική διασυνοριακή τάφρος ήταν καλυμμένη χόρτα, πέτρες και χιόνι.
 






Κανά μισάωρο αργότερα πατούσαμε στη κορυφή. Μη ξεχνιόμαστε, στη ψηλότερη κορυφή του Νομού Ξάνθης. Άλλη μια πυραμίδα η Ε63 που ορίζει το σύνορο και δίπλα της ένα ανεμοδαρμένο τσιμεντένιο υψομετρικό που πιστοποιεί ότι βρισκόμαστε στο υψηλότερο σημείο της περιοχής. Ακουμπήσαμε τα σακίδια στη βάση της πυραμίδας, πήραμε μια βαθιά ανάσα, και απολαύσαμε τη στιγμή. Η θέα υπέροχη όπως κάθε θέα από ψηλά. Στο βάθος προς Νότο αχνοφαινόταν ο κάμπος και η θάλασσα. Προς Βορά τα βουνά της Βουλγαρίας με χαρακτηριστικό το πύργο του Παμπόροβο και Ανατολικά και Δυτικά άλλες χαμηλότερες κάτασπρες κορυφές. Υπάρχει και μία ξύλινη καλύβα εκεί πάνω αρκετά καλοδιατηρημένη. Το πώς βρέθηκε εκεί, πότε χτίστηκε και από ποιους…άγνωστο. Υπάρχει και κάποιο όρυγμα , μάλλον πολυβολείο μιάς άλλης εποχής κατεστραμμένο πλέον καλυμμένο από χόρτα και πάχνη. Για μια ακόμα φορά τα τεχνολογικά μέσα αποδεικνύονται άχρηστα στο να αποδώσουν το μεγαλείο της στιγμής. Ούτε οι φωτογραφίες ούτε το  video μπορούν να περιγράψουν την ικανοποίηση, την ευχαρίστηση και την υπερηφάνεια που νιώσαμε εκεί πάνω.  Η ομορφιά του τοπίου, η γαλήνη, η ηρεμία, η αίσθηση ότι έβαλες ένα στόχο και το πέτυχες, η χαρά που μοιράζεσαι με φίλους. Όλα αυτά δε περιγράφονται. Θαυμάσαμε άλλη μία φορά το τοπίο απολαύσαμε και το τελευταίο δευτερόλεπτο αλλά ο ήλιος με δόντια και το ελαφρύ πλήν όμως παγωμένο αεράκι δε μας επέτρεψαν να μείνουμε για πολύ περισσότερο.







   Πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Κατηφορίσαμε το μεγάλο ξέφωτο, περάσαμε τη πυραμίδα Pb63, πήραμε το ημικυκλικό μονοπάτι, μπήκαμε σε δάσος, βγήκαμε από το δάσος, πήγαμε παράλληλα με τη τάφρο, συναντήσαμε το δέντρο με τους κόκκινους καρπούς που πλέον είχαν ξεπαγώσει, ξαναπροσπεράσαμε τη μικρή λίμνη, ξαναμπήκαμε και ξαναβγήκαμε σε δάσος, πήραμε άλλο μονοπάτι κτλ κτλ. Κατά την επιστροφή η πάχνη είχε αρχίσει να λιώνει. Μικρά ρυάκια είχαν αρχίσει να σχηματίζονται και σε κάποια κατηφορικά σημεία μπορεί να πει κάποιος ότι έβλεπε μικροσκοπικούς καταρράκτες. Έβλεπες το ρολόι της φύσης να γυρνάει. Παγωμένο έδαφος, λιώσιμο του πάγου, ρυάκια που πιο κάτω θα ενωθούν με άλλα ρυάκια, που με τη σειρά τους θα ενωθούν σε ρέματα που θα καταλήξουν στο ποτάμι. Κάθε βήμα και έκπληξη.

Κατά την επιστροφή περάσαμε και πάλι από το Δασικό Χωριό. Ήμασταν τυχεροί και πέσαμε πάνω στο τερματισμό του Rodopi Ultra Trail. Καμία 30αρια άτομα υποδεχόταν τους νικητές του αγώνα. Γιατί αν καταφέρει και διανύσεις 100 μίλια πάνω στο βουνό είσαι νικητής ανεξάρτητα από τη θέση που θα καταλάβεις.

 
Ήταν 9 Οκτωβρίου 2010. Θεωρώ ότι ήταν η καλύτερη εποχή για τη Γυφτοκορφή. Αν ήταν Χειμώνας η πορεία θα ήταν αδύνατη λόγω του χιονιού. Αν ήταν Καλοκαίρι δε θα υπήρχε η πάχνη που μας μάγεψε.
Τελικά τον περασμένο Οκτώβρη,  κάτι έτρεχε στα ... Γυφτόκαστρο.





Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Μια μέρα στο Φρακτό


Κυριακή πρωί και «κάνοντας μία βόλτα» στα βιντεάκια στον υπολογιστή μου έπεσα πάνω στο σε αυτό του Φρακτού. Είχα και τον Γιάννη να μου λέει κάθε μέρα –«Για το Φρακτό δε βλέπω να γράφεις τίποτα» ή «για το Φρακτό τσιμουδιά έτσι?»  ε! τι να κάνω; έστυψα το μυαλό μου να θυμηθώ τις λεπτομέρειες  εκείνης της Κυριακή 1/11/2010 σχεδόν 3 μήνες αργότερα. Ελπίζω στο τέλος να τα έχω θυμηθεί όλα και περιμένω και κάνα σχόλιο για να μην αισθάνομαι μοναξιά εδώ στη blogοσφαιρα.

Στο Φρακτό είχαμε ξαναπάει τζιπάδα με το RAV4 του Σάββα και το Jimmy του Ηλία κατά το Φεβρουάριο του ’10 αν θυμάμαι καλά. Η πεζοπορία ήταν μόνο κανά  χιλιόμετρο από τη κατεβασμένη μπάρα μέχρι το Δασικό Χωριό Φρακτού. Εκεί μάθαμε και για τους καταρράκτες και ήδη από τότε είχαμε πάρει την απόφαση να ξαναέρθουμε, τη περίοδο όμως που θα ήταν ανοιχτές οι μπάρες για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε πιο κοντά με τα αυτοκίνητα. Στη συνέχεια είχαμε πάει στο δασικό χωριό της Ελατιάς και καταλήξαμε να κάνουμε τζιπομαγκιές στο Στραβόρεμα. Τέλος είχαμε πάρει το δρόμο της επιστροφής από τη γέφυρα των Παππάδων και τη Δράμα. Μια διαδρομή πάνω από  250 χιλιομέτρα που όπως πάντα για άλλο ξεκινήσαμε και αλλού καταλήξαμε.

Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Είχαμε κάνει τη καλύτερη προετοιμασία που μπορούσαμε. Με τη βοήθεια και πάλι του  Hellaspath μελετήσαμε τη διαδρομή με τον Σάββα και τη μεταφέραμε στα gps, μαρκάραμε τα σημεία ενδιαφέροντος, υπολογίσαμε τις ώρες, και επικοινωνήσαμε με το Δασαρχείο Δράμας για να σιγουρευτούμε ότι οι μπάρες θα ήταν ανοιχτές. Βλέπεις η περιοχή Φρακτό – Παρθένο Δάσος είναι προστατευμένη και τη χειμερινή περίοδο δεν επιτρέπονται επισκέπτες. Ενημερώσαμε και τον κόσμο και περιμέναμε συμμετοχές. Μια τέτοια περιπέτεια απαιτεί παρέα και εδώ έχει αξία το «όσο πιο πολλοί τόσο πιο καλά».
 
Στο κάλεσμα ανταποκρίθηκε ο Γιάννης και ο άλλος Γιάννης με το γιό του τον Μανώλη και πρωί-πρωί ξεκινήσαμε με προορισμό  το Δασικό Εργοτάξιο  Φρακτού στο  Παρθένο Δάσος περίπου 70 χιλιόμετρα πάνω από το Παρανέστι. Εξω από το χωριό προσπεράσαμε τα απομεινάρια του παλιού εργοστασίου πορσελάνης που εφοδιαζόταν με πρώτη ύλη υψηλής ποιότητας από τα ορυχεία της περιοχής. Λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω, περνώντας τη μεταλλική στρατιωτική γέφυρα στρίψαμε αριστερά με κατεύθυνση τη διαδρομή προς Θερμιά. Σε λίγο συναντήσαμε στα αριστερά μας το φράγμα της Πλατανόβρυσης. Το μικρότερο από τα 2 φράγματα του ποταμού Νέστου όπου υπάρχει και το ομώνυμο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της ΔΕΗ (Β41.3324180, Α24.464522). Η θέα προς το φράγμα και τη τεχνητή λίμνη καταπληκτική και η απαραίτητη στάση για φωτογραφίες επιβαλλόμενη.
Πιο πάνω βρίσκεται η παραγκούπολη των Θερμιών. Ένα χωριό από αυτοσχέδιες λαμαρινένιες και ξύλινες παράγκες χτισμένο αρκετά χρόνια πριν. Τώρα οι παράγκες χρησιμοποιούνται από ξυλοκόπους, κυνηγούς και περιηγητές. Κάθε παράγκα έχει το δικό της «τζακούζι» δηλαδή γούρνες γεμάτες με φυσικό ζεστό νερό από θερμές πηγές της περιοχής. Κάποιες από αυτές τις παράγκες έχουν «μόνιμους κατοίκους» και άλλες είναι «ανοιχτές για το κοινό» αφού ο καθένας μπορεί εκεί να κάνει τα πρωτόγονά spa του αρκεί να μην είναι άλλος μέσα.   

Από εκεί αρχίζει και ο ορεινός χωματόδρομός που μετά από καμιά ώρα περίπου μας έβγαλε στη πρώτη μπάρα που οδηγεί στο Δασικό Εργοτάξιο. Παλιότερα οι ξυλοκόποι της περιοχής το χρησιμοποιούσαν σαν βάση για τις υλοτομικές τους εργασίες ενώ τώρα διατίθεται τόσο για τουριστικούς όσο και για ερευνητικούς σκοπούς. Που κολλάει το «ερευνητικό»? Μεγάλο μέρος του παρθένου δάσους είναι  κλειστό για το κοινό και μόνο επιστήμονες μπορούν να το επισκέπτονται για μελέτη της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής. Περισσότερες πληροφορίες στο Δασαρχείο Δράμας.

Καλημερίσαμε τον φύλακα, πήραμε τις σχετικές πληροφορίες για τη διαδρομή που θέλαμε να κάνουμε και διασχίσαμε το χωριό ακολουθώντας τις ξύλινες πινακίδες.

Λόγω του οικοσυστήματος και των κλιματολογικών συνθηκών της περιοχής έχουν δημιουργηθεί αρκετά ρέματα (τζάκι ρέμα, διαβολόρεμα, σκοτεινόρεμα, αρκουδόρεμα, φαρασινό κτλ) για τα οποία δεν έχω ιδέα πιο είναι το καθένα  και για να μη μπερδέψω περισσότερο τον αναγνώστη δε πρόκειται να αναφερθώ σε ονόματα. Εννοείται ότι σε κάθε περίπτωση που θέλετε να κάνετε μία επίσκεψη στη περιοχή, αυτή η ανάρτηση ΔΕΝ πρέπει να θεωρηθεί σαν οδηγός. Για ακριβέστερες πληροφορίες απευθυνθείτε στο Δασαρχείο Δράμας, στον φύλακα του Φρακτού, σε ορειβατικά και περιηγητικά κείμενα και όπου αλλού θέλετε αλλά σίγουρα όχι εδώ. Είπαμε έχουν περάσει και 3 μήνες και δε φημίζομαι και πολύ για τη μνήμη μου.
 Περνώντας λοιπόν ένα ακόμα ρέμα η σχετική πινακίδα και ο χάρτης «ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ» οριοθετούσε την αρχή του μονοπατιού (Β41.528720, Α24.515634). Από κει ο πρώτος καταρράκτης δεν είναι μακριά. Ξεκινήσαμε τη πορεία πάνω στο μονοπάτι μέσα στο δάσος και δεν αργήσαμε να ακούσουμε τον ήχος του νερού να δυναμώνει, έτσι βρεθήκαμε μπροστά στον καταρράκτη που έχει ύψος 6 μέτρα (Β41.529726  Α24.513605). Θαυμάσαμε το τοπίο βγάλαμε και τις απαραίτητες φωτογραφίες αλλά δε χαλαλίσαμε περισσότερο χρόνο αφού είχαμε ακόμα 2 προορισμούς και μία πορεία 5 χιλιομέτρων μπροστά μας. 


  Ο δεύτερος καταρράκτης ήταν λίγο ψηλότερα αλλά και πάλι δε χρειάστηκε να κουραστούμε ιδιαίτερα. Το μονοπάτι ήταν ξεκάθαρο και ευκολοδιάβατο. Τα πανύψηλα δέντρα μας πρόσφεραν τη σκιά τους και έτσι είχαμε τις κατάλληλες  συνθήκες για πεζοπορεία. Δε χρειάστηκε όμως να περπατήσουμε πολύ αφού μετά από λίγο βρεθήκαμε μπροστά του στο καταρράκτη (Β41.534064  Α24.515753). Το ύψος του είναι 18 μέτρα και είναι εντυπωσιακότερος από τον πρώτο. Περίπου 3 μέτρα πριν «σκάσει» στο έδαφος,  μία εσοχή στο βράχο σχηματίζει μία σπηλιά στη πίσω πλευρά του. Με προσοχή για να μη πέσουμε μέσα στο νερό περάσαμε τα γλιστερά βραχάκια και φτάσαμε στη «πλάτη» του καταρράκτη για επιτόπια «αυτοψία» και τις απαραίτητες φωτογραφίες. Μέσα σε αυτή τη μικρή σπηλιά που κρύβει το νερό δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον αλλά έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στη πορεία του καταρράκτη και αυτό είναι υπέροχο.  

Για το τρίτο καταρράκτη χρειάστηκε να συμβουλευτούμε το gps καθώς το μονοπάτι δεν ήταν ξεκάθαρο αλλά και πάλι δεν αργήσαμε να δούμε την ανάλογη πινακίδα που προειδοποιούσε για πορεία περίπου 700 μέτρων με δύσκολη ανάβαση.  Δίπλα υπάρχει ακόμα μία πινακίδα που διαβάζοντας την πήραμε μία σχετική κρυάδα καθώς αυτή έγραφε « ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ». Αναρωτηθήκαμε τι μπορούσε να εννοεί. Δεν αργήσαμε να το καταλάβουμε.  Το μονοπάτι είναι χαραγμένο στη πλαγιά του βουνού και το πλάτος του επιτρέπει τη διάβαση μόνο ενός ατόμου. Θάμνοι, βράχοι και δέντρα δυσκολεύουν τη διέλευση και  η επικινδυνότητα του έγκειται στο γεγονός ότι περπατούσαμε κυριολεκτικά στην άκρη του γκρεμού που απλωνόταν στα αριστερά μας. Κατά τη διαδρομή μου λύθηκε και η απορία της «σάρας» :  Όταν μελετούσαμε τη διαδρομή από το Hellaspath και το google maps είδαμε ότι σε κάποια σημεία αναφερόταν ο όρος «σάρες». Αυτές λοιπόν είναι περιοχές γεμάτες με μεγάλες πέτρες ή μικρούς βράχους ξεκολλημένες από το έδαφος και άρα ασταθείς, που φαίνονται ξεκομμένες από το υπόλοιπο γεμάτο βλάστηση τοπίο του βουνού. Αν θέλεις να το δεις ποιητικά μπορείς να σκεφτείς τις σάρες σαν πέτρινους καταρράκτες που κατηφορίζουν από το βουνό στο ποτάμι. 

Στο σημείο που τελειώνει το επικίνδυνο μονοπάτι είδαμε το καταρράκτη (Β41.534291  Α24.516643). Από το ύψος που βρισκόσασταν μπορούσαμε να τον δούμε σχεδόν ολόκληρο αλλά για να πάμε πιο κοντά στο νερό έπρεπε να κατεβούμε χαμηλότερα περίπου 20 μέτρα. Ο 3ος καταρράκτης είναι ο πιο εντυπωσιακός.  Το ύψος του είναι 70 μέτρα και σχηματίζεται σαν νεροτσουλήθρα πάνω στο βράχο που δεν είναι κάθετος αλλά καθώς πέφτει το νερο βρίσκει επίπεδους οριζόντιους βράχους που επιβραδύνουν τη πτώση του . Λίγο πριν το τελείωμα του κάνει μια διχάλα και χάνεται μέσα στο ρέμα. Και βέβαια λόγω του ύψους του δε χωράει ολόκληρος σε μία φωτογραφία  ούτε και μέσα στο πλάνο της βιντεοκάμερας lol.
Για την επιστροφή χρειάστηκε να ξανανεβούμε τα 20 μέτρα και να ξαναπεράσουμε από το στενό άνοιγμα ενός βράχου που το δυσκόλευε ένα πεσμένο δέντρο. Προσπεράσαμε τις σάρες και βρεθήκαμε  σε κάτι ερείπια και πήραμε το δρόμο για ένα κυκλικό μονοπάτι που είχαμε σταμπάρει από το Hellaspath. Η διαδρομή αυτή είναι πολύ ομαλή και ευχάριστη και έχει αρκετές ομορφιές όπως μία υπέροχη θέα προς το ρέμα και τις κορυφές των άλλων υψωμάτων, μεγάλους βράχους, δέντρα με πληροφοριακά ταμπελάκια κτλ. Αφήνοντας το μονοπάτι συνεχίσαμε στο δασικό χωματόδρομο που μας έβγαλε στη θέση Πανόραμα (Β41.52659  Α24.52416). Προσωπικά θεωρώ αυτή τη τοποθεσία σαν ένα από τα ομορφότερα φυσικά σημεία. Μπροστά μας υψωνόταν μία εντυπωσιακή οροσειρά με απότομες κορυφές και δεντρόφυτα πλατώματα που δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεσαι στη σκηνή ενός τεράστιου αμφιθεάτρου και ότι τα βουνά είναι οι κατάμεστες κερκίδες. Η ομορφιά του τοπίου δε μπορεί να περιγραφεί με λέξεις και σαφώς δεν είναι δυνατόν να  αποτυπωθεί στις φωτογραφίες. Δε γράφω περισσότερα εδώ. Προτείνω ανεπιφύλακτα να επισκεφτείς τη περιοχή για να διαπιστώσεις τα γραφόμενά μου με τα ίδια σου τα μάτια.
Λίγη ξεκούραση και το σχετικό κολατσιό στο στέγαστρο με τα παγκάκια που έχει κάνει το Δασαρχείο και ξαναπήραμε το δρόμο του γυρισμού. Κατά την επιστροφή   κάθε ρυάκι που βρίσκαμε αποτελούσε ευκαιρία για τζιπομαγκιές. Δε ξέρω ρε παιδί μου αλλά φαίνεται ότι κάτι τους πιάνει τους οδηγούς των jeepοειδών οχημάτων και κάθε φορά που βλέπουν νερά στο δρόμο γυαλίζει το μάτι τους. Κάτι τέτοιο έπιασε τον Σάββα και τον Γιάννη και του έδωσαν και κατάλαβε. Άλλο που δεν ήθελα και εγώ αφού μου δόθηκε η ευκαιρία για μερικές εντυπωσιακές βιντεολήψεις.

Στην επιστροφή ξαναπεράσαμε μέσα από το Δασικό Εργοτάξιο, προσπεράσαμε τη μπάρα, και πήραμε τη κατηφόρα. Σταματήσαμε στα Θερμιά και επισκεφτήκαμε καναδυό παράγκες αλλά δεν υπήρχε όρεξη για “spa”. Υπήρχε όμως όρεξη για μάσα οπότε μετά από λίγη ώρα καταλήξαμε στη γνωστή ταβέρνα στο Παρανέστι  για το σχετικό «πανηγυρικό» με παντσέτες, μπιφτέκια, παϊδάκια , κρασάκι και κουβέντα . 


Η φυσική κατάληξη της ημέρας  δηλαδή …

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Οι σημαδεμένοι


Και πάλι η ιδέα έπεσε από τον Σάββα. -"Πάμε για Καρπούζι"? - "Καρπούζι χειμωνιάτικα? που θα το βρούμε"? -"Να εδώ πιο κάτω, πάνω από το Νέστο, πάνω από τα Ιμερα."

Σάββατο πρωί ο Σάββας, ο Αλέξανδρος και εγώ ξεκινήσαμε για Καρπούζι. Λίγο μετά τις 7 το πρωί φτάσαμε και παρκάραμε  το "Jeeps" έξω από την Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στα Ίμερα. Όπου Ίμερα βλέπε ένα εγκαταλελειμμένο χωρίο στα Δυτικά της Ξάνθης πάνω από τους Τοξότες. Πολλά ερειπωμένα και γκρεμισμένα στpτια μάρτυρες μιας άλλης εποχής. Το μόνο που υπάρχει εκεί τώρα είναι το τουριστικό καταφύγιο και η Εκκλησία. Όλα τα άλλα...
Η θερμοκρασία περίπου 2 βαθμοί και ο αέρας σίγουρα πάνω από 5-6 μποφόρ δεν ήταν και οι καλύτερες συνθήκες για το εγχείρημά μας. Και ποιό ήταν αυτό? Η ανάβαση στη  κορυφής Καρπούζι με υψόμετρο πάνω από 1250 μέτρα και η κυκλική διάσχιση του αμφιθεατρικού ορεινού συμπλέγματος με κατάβαση από την αντικρινή πλαγιά. 


Εξοπλισμένοι με τις οδηγίες από το Hellaspath και με το gps ανά χείρας για να πηγαίνουμε πάνω στη διαδρομή πήραμε το χωματόδρομο που οδηγεί προς το χωριό Αγέλη (μη περιμένεις να βρεις πινακίδες βέβαια) και μετά από καμία 700σαριά μέτρα ένα κατακόκκινο βέλος ήταν το πρώτο σημάδι που μας έδειχνε την αρχή του μονοπατιού προς τη κορυφή. Αναζητώντας λοιπόν τα σημάδια, πράγμα όχι πάντα  εύκολο λόγω της βλάστησης, πήραμε την ανηφοριά. Το πρώτο μέρος της διαδρομής είχε αρκετή κλίση και η πυκνή χαμηλή βλάστηση από αγκαθωτούς θάμνους και οι βελανιδιές έκαναν την ανάβαση δυσκολότερη αφού τα αγκάθια μας  τσιμπούσαν  όπου έβρισκαν. Μπρος ο Σάββας, μετά ο Αλέξης και τέλος εγώ ανηφορίζαμε αναζητώντας σε βράχους και δέντρα κόκκινα σημάδια που μας έδιναν τη σιγουριά ότι πάμε πάνω στο μονοπάτι. 














Μετά από περίπου 1 χιλίομετρο ανηφορικής πορείας και σε υψόμετρο πάνω από 850 μέτρα η πυκνή βλάστηση έδωσε τη θέση της σε ένα βραχώδες μονοπάτι και μια κοιτούσαμε προς τα πάνω να δούμε πόσο ακόμα έχουμε για τη πρώτη κορυφή και μια προς τα κάτω για να δούμε πόση απόσταση διανύσαμε. Το gps ήταν αμείλικτο δεν είχαμε διανύσει ούτε τη μισή διαδρομή προς τη κορυφή και η ταλαιπωρία ήταν ήδη ορατή. Δε ξέρω τι μας κούρασε πιο πολύ το κρύο, ο παγωμένος αέρας, η ανηφόρα, οι αγκαθωτοί θάμνοι, οι βράχοι ή τέλος πάντων όλα αυτά μαζί αλλά με κάθε ματιά προς τη κορυφή  βλέπαμε ένα αδιαπέραστο εμπόδιο. Τους βράχους μπροστά μας υπό τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσες να τους χαρακτηρίσεις μέχρι και επικίνδυνους. Κάθε βήμα έπρεπε να γίνει προσεκτικά λόγω της κούρασης που ήρθε νωρίς και των δυνατών ριπών του αέρα. Με μικρό οπτικό πεδίο κάθε ραχούλα μας έμοιαζε (ή τουλάχιστον έμοιαζε σε μένα) σαν τη κορυφή και μόνο όταν τη προσπερνούσαμε αντιλαμβανόμασταν ότι απέχουμε πολύ ακόμα από το στόχο μας αφού και η επόμενη ραχούλα δημιουργούσε τα ίδια συναισθήματα. Από το πολύ κρύο είχαν αποφορτιστεί και οι μπαταρίες της φωτογραφικής μηχανής και δεν ήταν δυνατόν να έχουμε και πολλά αναμνηστικά.  Αλλά για να λέμε και του στραβού το  δίκιο, ποιος είχε όρεξη για φωτογραφίες. Οι ελάχιστες λήψεις και το βίντεο είναι πρίν αρχίζουμε να υπολογίζουμε κάθε μας κίνηση από τη κούραση και το κρύο.

Μετά από 2 μιση ώρες περίπου η τελευταία ραχούλα που προσπεράσαμε μας αποκάλυψε τη  χιονισμένη κορυφή. Το τσιμεντένιο υψομετρικό μαρτυρούσε ότι βρισκόμασταν στο πιο ψηλό σημείο και το gps έδειχνε 1265 μέτρα. Η θέα από κει πάνω χωρίς να είναι κάτι το εξαιρετικό είναι πανέμορφη δύστυχώς όμως οι καιρικές συνθήκες δεν ευνοούσαν την ορατότητα. Πρός τα Βόρειοανατολικά το Τσαλ και άλλες κοντυνές ή μακρυνές κορυφές, στα Βόρεια Βορειοδυτικά ο Νέστος, η Σταυρούπολη και τα γύρω χωριά, Κομνηνά, Λιβερά, Κρωμνικό κτλ ,  στο Νότο όσο μπορούσαμε να δούμε λόγω της ομίχλης η γέφυρα του Νέστου, ο κάμπος, η θάλλασα και η Θάσος και στα Δυτικά το δεύτερο ύψωμα που θα έπρεπε επίσης να διασχίσουμε αργότερα κατά τη κυκλική μας πορεία.  Λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν δε χαρήκαμε όσο θα θέλαμε το "Καρπούζι"  και συνεχίσαμε τη πορεία μας ακολουθόντας τη χιονισμένη κορυφογραμμή που θα μας έβγαζε στην επόμενη κορυφή.

Σε λιγότερο από μισή ώρα είχαμε φτάσει. Η κορυφή αυτή είναι καμιά εικοσαριά μέτρα χαμηλότερη από τη πρώτη και το πέρασμά της οριοθετεί την επιστροφή την οποία και θεωρούσαμε ώς το ευκολότερο σημείο της διαδρομής.

Από κει και μετά αυτό που θεωρούσαμε εύκολο ήταν ... "βράχο, βράχο το καημό μου". Μια βραχώδης διαδρομή περίπου 1,5 χιλιομέτρου που ορειβατικά χαρακτηρίζεται ώς βαθμού δυσκολίας ΙΙ που σημαίνει " Πεζοπορικές αναβάσεις 6 έως 8 ωρών σε χαμηλά βουνά, με ή χωρίς χιόνι. Μπορούν να συμμετέχουν και αρχάριοι με καλή όμως φυσική κατάσταση και ανάλογο εξοπλισμό..".

Ανεβοκατεβαίναμε, σκαρφαλώναμε, πηδούσαμε, κουτρουβαλούσαμε και περπατούσαμε πάνω σε βράχους που μερικές φορές η επιφάνεια που μπορούσαμε να σταθούμε ήταν τόση όσο και το πλάτος της πατούσας μας. Εκεί πάνω δε χρειάζοταν να ψάχνουμε για σημάδια και μονοπάτια. Εκτός και αν θέλεις να κάνεις ελεύθερη πτώση δεν έχει που αλλού να πας.  Ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα αν δεν υπήρχε ο δυνατός αέρας, ή κούραση, το χίονι και το έρεβος δεξιά και αριστερά . Ευτυχώς που δεν υπήρχαν και οι αγκαθωτοί θάμνοι. Που να φυτρώσουν εκεί πάνω;. Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λές.  Απλά αυτοί μας περίμεναν παρακάτω...

 Μετά από περίπου 1 ώρα φτάναμε στη τελευταία κορυφή.  Μαζέψαμε τις δυνάμεις μας και ανηφορήσαμε. Βρήκαμε ένα πλάτωμα και αποφασίσαμε να κάνουμε μια μικρή στάση. Απέναντι στο βάθος φαινόταν ελάχιστα και το αυτοκίνητο. Και τι δε θά 'δινα εκείνη τη στιγμή να ήταν πιο κοντά.

 Πήραμε τη κατηφόρα. Συνεχίζαμε να πιστεύουμε ότι όσο πλησιάζουμε πρός το τέλος τα πράγματα θα γίνονται ευκολότερα. Μάταια :)  Η κλίση  που μας δυσκόλευε στο ανέβασμα δε βοηθούσε και πολύ και στο κατέβασμα. Μπροστά μας ένα ακόμα δάσος με βελανιδίες και αγκαθοφόρα δέντρα με  πυκνά κλαδιά που με δυσκολία βρίσκαμε ελάχιστο χώρο ενδιάμεσα για να περνάμε. Πάλι αρχίσαμε να ψάχνουμε για σημάδια. Μερικές φορές τα βρίσκαμε. Τίς άλλες φορές που δε τα βρίσκαμε αναγκαζόμασταν να ανοίγουμε μονοπάτια μόνοι μας γιατί κανένας δεν είχε το κουράγιο να γυρίσει πιό πίσω για να τα βρεί.  Ψάχναμε τα σημάδια του μονοπατιού αλλά γεμίσαμε σημάδια πάνω μας αφού είχαμε γεμίσει αμυχές και μικρές πληγές στα πόδια κυρίως από τα κλαδιά και τα αγκάθια. Αλλά ποιός έδινε σημασία.

Λίγο πρίν το τέλος περάσαμε μέσα από ερείπια, απομεινάρια μίας άλλης εποχής και φτάσαμε στο "Jeeps" καταταλαιπωρημένοι αλλά σίγουρα ευτυχείς για τη τελική έκβαση.

Κάναμε μία διαδρομή πάνω από 7 χιλίομετρα, περπατήσαμε για πάνω από 5μιση ώρες, φτάσαμε σε υψόμετρο κοντά στα 1300 μέτρα, ανηφορίσαμε και κατηφορίσαμε σε κλίση περίπου 45 μοιρών, πληγωθήκαμε, κουραστήκαμε, κρυώσαμε, ταλαιπωρηθήκαμε αλλά το 'φχαριστηθήκαμε. Το συναίσθημα όταν φτάσαμε στο τέλος ήταν ευχάριστο, ανακουφιστικό και πιστεύω ότι και οι τρείς νιώσαμε ώς και υπερήφανοι που τα καταφέραμε.

Ισως κάποιος πιο έμπειρος να γελάει με τα παραπάνω. Η κορυφή "Καρπούζι" δεν είναι και η δυσκολότερη διαδρομή στο κόσμο και ούτε τα γεωγραφικά της στοιχεία τη καθιστούν κάτι εξαιρετικό. Δεδομένων των συνθηκών όμως και της απόφασης που πήραμε χωρίς πολύ σκέψη, χωρίς την ανάλογη προετοιμασία και δεδομένης της κατάστασης που αναγκαστικά αντιμετωπίσαμε "εκεί πάνω" σίγουρα για μας ήταν κάτι ξεχωριστό.  Αν είχαμε καλύτερη προετοιμασία, αν λαμβάναμε υπ' όψιν τις καιρικές συνθήκες και αν γνωρίζαμε καλύτερα τις δυσκολίες της διαδρομής ίσως και να μη το αποφασίζαμε να πάμε τη συγκεκριμένη ημέρα. Ετσι όμως δε θα είμασταν τόσο τυχεροί .