Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Μέλτη 2014



Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Αυτή τη φορά σειρά είχε η κορυφή Μέλτη. Πρόκειται για τη κορυφή Βορειοδυτικά της Ξάνθης, που φαίνεται ψηλά και μακριά στο βάθος, αριστερά του Αυγού, πάνω από τα λατομεία της Χρύσας. Το εν λόγω βουνό γνωστό ακόμα και ως «Μισκίν Τεπέ» ( ο λόφος του τεμπέλη, αν μπορώ να βασιστώ στη μετάφραση του google) ή ακόμα και σαν «πριονωτό» λόγω των τριών μικρών κορυφών στη πλαγία του, που αν τις κοιτάξεις προφίλ από δεξιά δίνουν την αίσθηση δοντιών πριονιού. Η παρακάτω φώτο είναι τραβηγμένη από τα αριστερά αλλά το πίασατε το νόημα έτσι;


Η διαδρομή ξεκινάει από το Ψυχολογικό Κέντρο στη Χρύσα διασχίζοντας το ρέμα. Εναλλακτικά υπάρχει και 2η αφετηρία πάνω από το γήπεδο της Χρύσας αλλά εμείς – Αλέξης, Ηλίας, Σάββας, Σταμάτης, Τάσος, Χρήστος και η αφεντιά μου- επιλέξαμε τη διαδρομή από το  Hellas Path  του Κυριάκου Αγακίδη. Αφού υπάρχει αυτή δεν υπάρχει λόγος να σας αναφέρω τη δικιά μου στο Trimble Outdoors. Πολύ σύντομα μετά το ανέβασμα από το ρέμα το μονοπάτι χωρίζεται και στα δεξιά είναι αυτό που πάει προς Κρωμνικό, Γαλάνη κτλ αλλά δεν ήταν αυτό που εμείς θέλαμε αν ακολουθήσουμε.

Η συνολική πορεία χωρίζεται σε 2 βασικά κομμάτια. Το κατέβασμα μέχρι τη κοίτη του ρέματος της Χρύσας και την … ανηφόρα. Μιλάμε για πολύ ανηφόρα αφού από τη κοίτη μέχρι και τη κορυφή (υψόμετρο 970m) μιλάμε για απόσταση σχεδόν 3.5 χλμ με υψομετρική διαφορά περίπου 800 μέτρα.

 Η όλη διαδρομή έχει κάποιες εδαφολογικές διαφορές αφού στο ρέμα έχει χώμα μετά ξεκινάει συμπαγής βράχο και συνεχίζει με πέτρες, διάσπαρτα δέντρα, σάρες, δασάκι, και χόρτα με το μεγαλύτερο μέρος να είναι βέβαια βραχώδες. Δε χρειάζεται να ανεβείς στη Μέλτη για να το καταλάβεις αυτό αφού η γκριζάδα του τοπίου φαίνεται και από μακριά. Αν και το μονοπάτι είναι σχεδόν μια ευθεία γραμμή και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να ανεβαίνεις με ΒΔ κατεύθυνση, έχει και  σήμανσή  με κόκκινη μπογιά και έτσι έχεις τη παρηγοριά ότι δε κάνεις άσκοπα μέτρα φεύγοντας από τη πορεία σου.

Στα δεξιά μόνιμα ο γκρεμός που καταλήγει στο ρέμα της Χρύσας που όσο ανεβαίναμε τόσο βάθαινε. Σε μερικά σημεία είναι βραχώδης και άγριος και σε κάποια άλλα δασώδης αλλά σε κάθε περίπτωση τρομακτικός. Κάποιες φορές το χαμηλό βαρομετρικό έκανε το τοπίο ακόμα πιο τρομακτικό.







Κοντά στα «δόντια» της πλαγιάς η διαδρομή κάνει κάποια μικρά πλατώματα πιο βατού και με λιγότερη ανηφόρα εδάφους και είναι ευκαιρία να ξεκουραστούν κάπως τα πόδια από το συνεχές ανέβασμα (όχι τίποτα εξαιρετικό αλλά τέλος πάντων). Η πρώτη ομάδα - Αλέξης, Ηλίας, Σάββας, Σταμάτης – ακόμα και ο Χρήστος που είχε ξεκινήσει πιο αργά, μας έφτασε και μας ξεπέρασε φτάνοντας τους πρώτους, είχαν ήδη από την αρχή ξεμακρύνει , και αρχίσαμε να τους χάνουμε καθώς αυτοί έφταναν στα πλατώματα πίσω από τις κορυφούλες, και εμείς είχαμε μείνει πιο πίσω. Χάσαμε γρήγορα οπτική επαφή και σε αυτό συντέλεσε και η ομίχλη καθώς ένα δροσερό σύννεφο μας έκανε παρέα σχεδόν σε όλη τη διαδρομή. Από δω και πέρα η επικοινωνία γινόταν μόνο με ασύρματο.

 






Η ομίχλη δε μας επέτρεψε να θαυμάσουμε τη θέα καθώς ανεβαίναμε. Προσπαθούσαμε να βρούμε κάποιο παράθυρο μέσα από το σύννεφο για να ρίξουμε κάποια κλεφτή ματιά προς τη Ξάνθη ή να βγάλουμε κάποια φωτογραφία. Από την άλλη το σύννεφο ήταν ευεργετικό καθώς μας χάριζε δροσιά και έκανε το τοπίο πιο «απόμακρο» και μυστηριώδες if you know what I mean

 





Η πρώτη ομάδα είχε φτάσει ήδη στη κορυφή όπου επίσης πέτυχαν πολύ ομίχλη, και αποφάσισε να πάει προς το Μαύρο Ίσιωμα.. Εκτός από τη περιπέτεια τους - ξέρουν αυτοί :) - είχαν και την τύχη να συναντήσουν και ένα ζευγάρι μαύρα άγρια άλογα στα λιβάδια πίσω από τα βουνά.











Εμείς μπήκαμε στο δασάκι. Χαμηλή βλάστηση, θάμνοι και βελανιδιές πήραν τη θέση του βραχώδους εδάφους. Δεν είναι μεγάλο και είναι εύκολο και γρήγορο να το διασχίσεις χάρη στα σημάδια. Με την έξοδο από το δασάκι υπάρχει οπτική επαφή με τη κορυφή. Όλη η υπόλοιπη διαδρομή είναι χορταριασμένη.



Η κορυφή είναι σχεδόν μυτερή και έχει πολύ μικρή επιφάνεια. Δεν έχει υψομετρικό, έχει όμως ένα μικρό μετταλικό μπλε εκκλησάκι. Στα αριστερά, σε ένα βράχο που έχει μια μπλε επιγραφή που δεν έβγαλα νόημα, υπάρχει μια σκισμένη από τους αέρηδες Βυζαντινή σημαία στερεωμένη σε ένα πρόχειρο ιστό καρφωμένο τους βράχους. Στα δεξιά ένα ς άλλος βράχος στέκει γαντζωμένος στη κορυφή πάνω από τον δασωμένο γκρεμό βάθους σχεδόν 800 μέτρων. Ότι πρέπει για φωτογραφία. Από τη κορυφή η θέα θα πρέπει να είναι φανταστική. Σίγουρα θα βλέπεις το Μαύρο Ίσιωμα, το Τσάλ, τη Τρύφαινα, το Αυγό, τη Βιστονίδα, τη Ξάνθη και τη Θάσο και γιατί όχι και μακρύτερα όταν δεν έχει την ομίχλη που πετύχαμε εμείς (τη γκαντεμιά μου μέσα). 

 










Τέλος πάντων ακόμα και που δεν είχε θέα η εμπειρία ήταν μοναδική. Ξεκουραστήκαμε λίγο με το Τάσο, και βγάλαμε φωτογραφίες, όσο δηλαδή το επέτρεπε η ομίχλη. Ακόμα πάντως και έτσι είχε τη φάση του. Και πάλι προσπαθούσαμε να δούμε κάτι μέσα από τα κενά. Έβλεπες το σύννεφα να κινούνται τόσο γρήγορα μπροστά σου αλλά και στο βάθος και να εναλλάσσουν κενά με πυκνά σημεία που έχανες την ευκαιρία να βγάλεις φωτογραφία.  Μέχρι να βγάλεις το Αυγό χανόταν το Μαύρο Ίσιωμα, μέχρι να βγάλεις το Τσάλ (που λέει ο λόγος δηλαδή γιατί εμείς Τσάλ δεν είδαμε) χανόταν η Ξάνθη.
 
Μέσα από τον ασύρματο μάθαμε ότι οι υπόλοιποι δε θα γυρίσουν από το ίδιο σημείο αλλά θα κατεβούν να συναντήσουν το μονοπάτι του Κρωμνικού και θα επιστρέψουν κάνοντας κύκλο.  Αν και τους ζηλέψαμε για τη περιπέτεια, εμείς για Μαύρο Ίσιωμα και κύκλο ούτε λόγος. Οπότε κα πήραμε τη κατηφόρα. Την επίπονη να τονίσω κατηφόρα κυρίως για όσους έχουν θέμα με τα γόνατα. Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά αλλά αυτό δε μας επηρέασε και πολύ γιατί τουλάχιστον μέχρι τα 3/5 της διαδρομής εμείς είχαμε το σύννεφο. Τόσο που κάποια στιγμή φοβηθήκαμε ότι θα μας βρέξει αλλά το ευτυχώς το κράτησε. Τουλάχιστον τώρα που είχαμε φάτσα τη πόλη και όλο το Νότο είχαμε πιο ενδιαφέρουσα θέα όταν άνοιγε το «παράθυρο». 



 Στη κατάβαση η σημασία και η χρησιμότητα των σημαδιών είναι μεγαλύτερη (τουλάχιστον αυτό ένιωσα εγώ-μαζί με κάτι σουβλιές στα γόνατα). Ακολουθώντας τα σημάδια κάνεις τη μικρότερη δυνατή διαδρομή αποφεύγοντας άσκοπες βόλτες δεξιά και αριστερά. Δε μας έφτανε που είχαμε τη μεγάλη κλίση, τα ταλαιπωρημένα πόδια, την υπόνοια για κράμπα και το ρολόι που έτρεχε … γλιστρούσαν και τα πόδια πάνω στις πέτρες.  Είχαμε κατεβεί πλέον αρκετά χαμηλά και είχαμε αφήσει το σύννεφο πίσω μας. Η φανταστική θέα της περιοχής μας, που πλέον είχαμε ανεμπόδιστα μπροστά μας, δε καταγράφεται σε καμιά φωτογραφία. Πρέπει να ανεβείς εκεί ψηλά για να ο νιώσεις. Βέβαια η όλη κατάσταση της κατεβασιάς ήταν μονόδρομος και « αφρίζ’ ξε-αφρίζ’ εγώ θα σε φάω» που λέει και το γνωστό ανέκδοτο οπότε με ζόρισμα ή χωρίς θα έπρεπε να κατεβούμε και έτσι φτάσαμε και πάλι μέχρι τη κοίτη του ρέματος. Τα περίπου 10 μέτρα σχεδόν κάθετης ανηφόρας στη πλαγιά του ρέματος, μου φάνηκαν πολύ περισσότερα μέχρι να βγω στην επιφάνεια. Κάτι εργάτες που δούλευαν σε παρακείμενη οικοδόμοι αναρωτιόταν από πού ξεφυτρώσαμε.  Η «σεμνή τελετή» έλαβε τέλος. 
 





Για τη Μέλτη δε χρειάζεται να έχεις «πνευμόνια». «Πόδια» χρειάζεται να έχεις. «Πόδια» και όσο το δυνατό λιγότερα κιλά. Τώρα θα μου πεις αφού δε τα έχεις τι τα θές  και πας? Έλα μου ντε!  Αλλά αν άφηνα αυτά τα μικροπροβλήματα να με σταματήσουν δε θα είχα την ευκαιρία να ζήσω μαζί με τον Τάσο (και νοητά με τους άλλους) τη  υπέροχη αυτή διαδρομή και τη καταπληκτική εμπειρία.

Μέχρι την επόμενη φορά, καλές διαδρομές.
 


Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Καλεσμένος σε Γάμο Πέτρινο



 Χάρη στο geocaching γνώρισα κάποια μέρη καταπληκτικής ομορφιάς και ιστορίας που χωρίς αυτή την ενασχόληση μάλλον δεν υπήρχε περίπτωση να δω ποτέ. Κάποια μέρη βέβαια αναφέρονται στα τουριστικά φυλλάδια και έχουν περισσότερες πιθανότητες επίσκεψης αλλά και πάλι,  πολλά άλλα είναι άγνωστα για το ευρύ κοινό, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και βέβαια χωρίς της έξαψη του geocaching χάνουν μέρος από την αίγλη τους.

Το παραπάνω μήνυμα λαμβάνω και από άλλους geocachers που βρίσκουν κρύπτες που έχω βάλει εγώ και που κατά το finding σχολιάζουν ότι «δεν υπήρχε περίπτωση να δουν το συγκεκριμένο σημείο αν δεν κυνηγούσαν τη κρύπτη»

Άλλωστε το γράφει ξεκάθαρα ο Gonzo_Paper :
-“Another one of those beautiful places that I never would have discovered without geocaching. Thanks for the cache!”
 ή ο nikos651:
-“Another nice place that would be out of my planned route but the fellow geocacher, made me come here.”
 ή ο Kivotos:
-“…definitlely a beautiful area that were it not for geocaching we would never have found. Thanks for the adventure!!!
… που βρήκαν τη κρύπτη GC2ZZ6F Hot waters Sidirokastro, που έχει τις περισσότερες μέχρι τώρα επισκέψεις. 

Άλλωστε πώς να μην ευχαριστήσεις κάποιον που σε πήγε σε ένα πανέμορφο σημείο που κανονικά δε θα έβλεπες ποτέ όπως π.χ οι κρύπτες στο Ognyanovo της Βουλγαρίας ή η multi στη Νικήτη με την υπέροχη θέα στο κόλπο της Κασσάνδρας, ή στη Νυμφόπετρα   προς Θεσσαλονίκη ή τις κρύπτες στο Λονδίνο και βεβαίως αυτή που με τίποτα δεν υπήρχε περίπτωση να πάω χωρίς το geocaching, η κρύπτη στο λόφο του Κουλέ πάνω από τις Πρέσπες με τη καταπληκτική και μαγευτική θέα.
 
Ήταν μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν και μία μικρή εισαγωγή στη τωρινή ιστορία που διαδραματίζεται και πάλι στη γειτονιά μας, στα Βόρεια,  πέρα από τα σύνορα αλλά όχι και πολύ μακριά. 

Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα και πολύ κέφι να περάσω το Σαββατοκύριακό μου στο Κίρτζαλι της Βουλγαρίας. Βλέπεις είχα βρεθεί εκεί για επαγγελματικού λόγους πριν καμία 12αριά χρόνια και δε μου άρεσε και πολύ. Τι πολύ δηλαδή; καθόλου. Μια τεράστια διαδρομή που ξεκινούσε από τη Ξάνθη, διέσχιζε όλη τη Θράκη και ολόκληρο τον Νομό Έβρου από κάτω προς τα πάνω, περνούσε το τριεθνές στο Ορμένιο και έμπαινε στη Βουλγαρία κοντά στο Σβίλενγραντ έπειτα συνέχιζε μέσα από αρκετά χωριά του Βουλγαρικού Νότου μέχρι το Κίρτζαλι με συνολική απόσταση πάνω από 350 χιλιόμετρα που τότε είχαν χρειαστεί πάνω από 5 ώρες. Τα χωριά που συναντούσες στο δρόμο σου έσφιγγαν το στομάχι με τους ασοβάντιστους τοίχους, τα σκουριασμένα μπαλκόνια, τα χωρίς παντζούρια παράθυρα, τα κάρα στους δρόμους  τις απεριποίητες αυλές και τη μυρουδιά του πετροκάρβουνου από όσα εργοστάσια έμειναν να λειτουργούν μετά τη πτώση του Κομουνισμού.
Η ίδια η πόλη ένα κλασικό απολειφάδι του παρελθόντος με τις τεράστιες ανατολικού τύπου κακοσυντηρημένες πολυκατοικίες, τους ξεχαρβαλωμένους γεμάτους λακκούβες δρόμους και επίσης κάρα με άλογα και γαίδουρια να κυκλοφορούν δίπλα από παλιά LADA στους δρόμου της «μεγαλούπολης» της περιοχής.


Μετά την επαγγελματική μας επίσκεψή οι οικοδεσπότες μας είχαν πάει στο «καλό εστιατόριο» της πόλης με τα ακριβά παρκαρισμένα αυτοκίνητα απ’ έξω, που πραγματικά σε έκανε να ξεχνάς ότι είχες δει μέχρι τότε και αν θυμάμαι καλά ο λογαριασμός για ένα γεύμα 6 ατόμων ήταν κάτι λιγότερο από ένα μηνιάτικο για τους Βούλγαρους εργαζομένους.

Πραγματικά ξεκίνησα με μισή καρδιά. Σίγουρα θα είχαν αλλάξει κάποια πράγματα αλλά πόσο θα μπορούσαν να έχουν αλλάξει? Βέβαια δε το άφησα στη τύχη, έβαλα το χεράκι μου. Το ξενοδοχείο δε ήταν μέσα στη πόλη αλλά καμιά 18 χιλιόμετρα ανατολικά μέσα στα βουνά και είχε και τις σχετικές του ανέσεις spa, πισίνα, εστιατόριο, ιντερνετ  κτλ οπότε θα μετριαζόταν η κατάσταση. Και βέβαια το έριξα στη μελέτη για τις κρύπτες της περιοχής οπότε με όλα αυτά θα γέμιζε εύκολα και μάλλον όμορφα το ΣΚ.

Η διαδρομή πλέον δεν ήταν 350 χιλιόμετρα αφού από τον νέο κάθετο δρόμο από Κομοτηνή προς Νυμφαία και από το πέρασμα της Μακάζας, η απόσταση έχει μειωθεί κατά πολύ.Βγαίνοντας από τη Κομοτηνή  πας δεξιά στη διασταύρωση της Καρυδιάς προς τον Κάλχα. Πολύ προσοχή εκεί γιατί λόγω κακής σήμανση αλλά και της χωροταξίας δημιουργείται η αίσθηση ότι έχεις προτεραιότητα σε όποια κατεύθυνση και αν κινείσαι με αποτέλεσμα να γίνονται εκεί πολλά ατυχήματα. Δυστυχώς ένα ακόμα είχε γίνει σχεδόν μόλις φτάσαμε και εμείς εκεί.

Σε καμία 1700 μέτρα υπάρχει  μια μεγάλη ταμπέλα που δείχνει το δρόμο προς τα σύνορα αλλά και πάλι δεν είναι δύσκολο να μπερδευτείς αν πηγαίνεις πρώτη φορά και το πιο πιθανό είναι να πάρεις το δρόμο προς το Τυχηρό. Μικρό το κακό αφού θα χρειαστείς 2-3 λεπτά για να επιστρέψεις. Και παίρνεις το δρόμο προς τη Νυμφαία διασχίζοντας κάθετα την Ελληνική Ροδόπη, ένας δρόμος μέσα στο πράσινο και  περνάς 5 σήραγγες που έχουν και το δικό τους όνομα π.χ «Κατερίνα»,  "Σωλομόντας". "Νυμφαία", "Φρουρός" και "Τυχερό" και σε περίπου 7 χιλιόμετρα από το χωριό με τα ομώνυμα οχυρά της Νυμφαίας φτάνεις στα σύνορα.

   
Λόγω ΕΕ οι διαδικασίες απλές και γρήγορες και μπαίνεις σε Βουλγαρικό έδαφός. Αυτός ο δρόμο δεν υπάρχει στο gps. Βλέπεις είναι καινούργιος και δε πρόλαβαν να το ανανεώσουν. Κανένα πρόβλημα όμως αφού είναι η μοναδική δίοδος και καθώς είναι καινούργιος δρόμος έχει όλες τις διαγραμμίσεις και τις σημάνσεις σε Βουλγάρικα αλλά και Αγγλικά για να μη χάσεις το προορισμό σου. Αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να διασχίσουμε κανένα χωριό αφού όλα είναι τουλάχιστον 1 χιλιόμετρο εκατέρωθεν του δρόμου. Σε μεγάλο μέρος της διαδρομής πάς παράλληλα με τον Αδρα, Μάλιστα υπάρχουν και στενόμακρες κρεμαστές πεζογέφυρες μεγάλου μήκους είναι η αλήθεια για να πηγαίνουν από το δρόμο προς τα χωριά. 








Το Κίρτζαλι έχει αλλάξει αρκετά από ότι θυμόμουν τη προηγούμενη φορά με καινούργια δυτικού τύπου πολυκαταστήματα και πινακίδες γνωστών προϊόντων αλλά μεγάλο μέρος της πόλης έχει μείνει το ίδιο με κυρίως χαρακτηριστικό τις κακοσυντηρημένες πολυκατοικίες, κλασικά μνημεία μίας άλλης εποχής.  Και πούσαι... Βουλγαρία λέμε αλλά μη φανταστείς. Εκτός από τα τοπικά προιόντ απου έχουν μια κάποια διαφορά τιμής, τα υπόλοιπα γνωστά, ίδια τιμή μη σου πώ και μεγαλύτερη από την Ελλάδα. Εκτός από τα κάυσιμα δηλαδή. Εκεί η διαφορά είναι αισθητή.

Τη πόλη διασχίζει ο Αρδας και χάρη σε 2 φράγματα στα ανατολικά και στα δυτικά της ροής σχηματίζονται 2 τεχνητές λίμνες με αποτέλεσμα στο ύψος του Κίρτζαλι ο ποταμός να έχει τόσο πολύ νερό που δίνει την αίσθηση των μεγάλων πλωτών ποταμών της Ευρώπης. 2 μεγάλες γέφυρες ενώνουν τις όχθες της πόλης και η κυκλοφορία ήταν και άνετη και χωρίς προβλήματα. Στη μία γέφυρα μάλιστα υπάρχει και ένας ακόμα μικρός υδατοφράκτης 8 διαμερισμάτων για τον έλεγχο της στάθμης.  Η φωτογραφία δανεισμένη από το google street view

 
Για τη πόλη δεν έχω να πω περισσότερα. Τόσα είδα τόσα γράφω. Και έτσι ήρθε η ώρα της κρύπτης. Αν πάρουμε σαν αφετηρία τη κυρίως γέφυρα του Άρδα, διασχίζοντας τη πόλη και περνώντας έξω από ένα μεικτό (Χριστιανικό – Μουσουλμανικό) Νεκροταφείο,  τότε σε περίπου 5 χιλιόμετρα φτάνουμε στο «Γάμο των Βράχων». Για να μη μπερδέψω τη κατάσταση θα αναφέρω ότι η τοποθεσία είναι κοντά στο χωριό Zimzelen αλλά υπάρχει καλύτερη πρόσβαση αν πάρεις το δρόμο προς το χωριό Povet και σταματήσεις σε ένα αυτοσχέδιο parking κανένα χιλιόμετρο πριν.


Νωρίτερα είχαμε περάσει από κάποια καταπράσινα λιβάδια που δε κρατήθηκα να μη σταματήσω και να βγάλω μερικές φωτογραφίες.

 





Ας τα πάρουμε από την αρχή. Τι είναι ο Γάμος των Βράχων; Είναι λοιπόν ένα σύμπλεγμα ηφαιστιογενών βράχων, που αποτελούν τη βάση του χωριού Zimlemen,  που λόγω υποβρύχιας υφαιστιακής δραστηριότητας και ανέμων έχουν πάρει διάφορες μορφές. Διάφορα συστατικά των βράχων έχουν δώσει ένα κόκκινο χρώμα κάνοντας ακόμα πιο μυστηριώδες το μέρος. Το πιο χαρακτηριστικό σημείο είναι ένας δίδυμος βράχος που δίνει την αίσθηση ενός σφιχταγκαλιασμένου ζευγαριού ενώ οι υπόλοιποι βράχοι μοιάζουν σαν την γαμήλια ακολουθία. Εξού και η ονομασία. Ο μύθος έχει 2 εκδοχές. Η πρώτη είναι ότι ο θεός τιμώρησε τους ανθρώπους  και τους μεταμόρφωσε σε βράχους όταν ο πεθερός πόθησε τη νύφη. Η δεύτερη εκδοχή είναι πιο φολκλορική και αναφέρεται στο ότι κανένας δε πρέπει να δεί τη νύφη πριν από το γάμο αλλά ένας δυνατός άνεμος παρέσυρε το πέπλο αποκαλύπτοντας το πρόσωπο της και έτσι για τιμωρία η φύση μεταμόρφωσε σε βράχους όλους του παρευρισκομένους. 

 







Παρκάραμε το αυτοκίνητο στο πλάι του δρόμου. Από εκείνο το σημείο δε φαινόταν τίποτα αφού η γάμος τελείται πίσω από ένα καταπράσινο λόφο. Έπρεπε λοιπόν να πάρω το μονοπάτι και να ανηφορίσω αυτό το λοφάκι. Κάνοντας κάποιο λάθος πήρα ένα αριστερό μονοπάτι που με έστειλε αρκετά μακρύτερα αλλά αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να περιηγηθώ σε μεγαλύτερη έκταση στο χώρο και να δώ από κοντά τους περισσότερους βράχους. Μεγάλες σχισμές που χωρούσαν άνετα 2 και 3 και 4 ανθρώπους επέτρεπαν να δω τους βράχους «εκ των έσω» και έτσι είχα καλύτερη αίσθηση του μεγέθους τους. Χρειάστηκα κανένα 10λεπτο μέσα στη ζέστη και στον ανοιξιάτικο ήλιο για να πλησιάσω και να ανεβώ στο λόφο και όταν έφτασα στη κορυφή το θέαμα με αποζημίωσε. Οι πανύψηλοι  βράχοι που είχα περάσει από διπλά τους , σμιλευμένοι από τον άνεμο και τη βροχή δημιουργούσαν κάθετα κύματα που έδιναν πραγματικά την αίσθηση ανθρώπινης συνάθροισης. Επίσης Μου έδιναν και την αίσθηση ενός αέναου πέτρινου καταρράκτη. Ίσως από τις φωτογραφίες αυτό να μην είναι και πολύ ορατό αλλά σε live αυτή την εντύπωση αποκόμισα.

Και το ευτυχές ζευγάρι; Από τους πρόποδες του λόφου οι σφιχταγκαλιασμένοι βράχοι, ντυμένοι στα κόκκινα,  ανυψωνόταν σχεδόν μέχρι και πιο ψηλά από τη κορυφή. Θάταν καμία … άσε δε μπορώ να υπολογίσω το ύψος. Με τη λυγερόκορμη κορμοστασιά και τα κεφάλια και των δύο να ξεχωρίζουν και να δίνουν  ακριβώς αυτή την ανθρώπινη αίσθηση πραγματικά είχα μπροστά μου ένα ανθρώπινο ζευγάρι. Μόνο μια σχισμή τους χώριζε καθώς η νύφη ( ή ο γαμπρός θα σας γελάσω) γέρνει και στηρίζεται πάνω στον έτερον ήμισι.  Όπως και οι υπόλοιποι επισκέπτες καθόμουν και θαύμαζα αυτό το υπέροχο γλυπτό της φύσης. Τι καλύτερο εργαλείο από τον άνεμο και τη βροχή, τι καλύτερη έμπνευση από την ίδια τη Μητέρα Φύση.
 
Από τη μια ο θαυμασμός και από την άλλη αναρωτιόμουν που να έχει τοποθετηθεί η κρύπτη και το κυριότερο με τόσους geomuggles εκεί γύρω πώς θα πάω να τη ψάξω. Θεωρούσα ότι οι Kreo_74, Evgenin & Milen_Xp θα είχαν βάλει τη κρύπτη μέσα στη σχισμή, ή πίσω από τους βράχους στο δέντρο, σενάρια που με τρόμαζαν καθώς η βάση των βράχων είναι αρκετά κατηφορική και μάλλον γλιστερή, φαίνεται άλλωστε και από τη φώτο. Άσε και τους muggles. Όλοι τους είχαν στραμμένα τα μάτια στο γάμο. Τι θα σκεφτόταν αν έβλεπαν κάποιον να τριγυρνάει εκεί γύρω όταν όλοι ήταν πάνω στο λόφο;
Από το θαυμασμό μου για αυτό που έβλεπα δεν είχα προσέξει ότι οι συντεταγμένες δεν οδηγούσαν στο πέτρινο ζευγάρι αλλά στη πλαγιά του λόφου που ήδη βρισκόμουν. Δεν πολυπίστεψα το gps αλλά αποφάσισα να ακολουθήσω τις οδηγίες του. Και ευτυχώς δηλαδή. Πίσω από ένα θάμνο και κάτω από ένα εξωγκομένο βράχο είδα κάτι που πολύ μου θύμιζε κρύπτη. Εκτός από ένα περίεργο σημάδι με μπογιά (σαν να υποδείκνυε ακριβώς το μέρος) είχε μαζεμένες ένα σωρό πλακέ πέτρες  που μάλλον δε ταίριαζαν ακριβώς με το περιβάλλον. Τι κάνει νιάου- νιάου στα κεραμιδιά;  Παραμέρισα τις πέτρες και δεν άργησε να φανεί ένα μεταλικό μισοσκουριασμένο κυλινδρικό δοχείο με ένα geocaching αυτοκόλλητο και με διάφορα μπιχλιμπίδια, ένα μολυβάκι και το logbook


Ο θάμνος με προστάτευε από τα αδιάκριτα βλέμματα αλλά δεν ήθελα να δώσω στόχο γενικώς. Υπέγραψα γρήγορα το logbook και δε πήρα κανένα αναμνηστικό καθώς δεν είχα κάποιο δικό μου να αφήσω. Έβαλα όλα τα συμπράγκαλα στο δοχείο, το έκλεισα και το ξαναπλάκωσα με τις πέτρες. Ούτε γάτα ούτε ζημία. Κρύπτη GC2C5FH STONE WEDDING  = FOUND. Αποστολή εξετελέσθη.


Στην επιστροφή πήγα στο απέναντι λοφάκι για να δώ το υπερθέαμα από άλλη γωνία. Ναι τα δύο κεφάλια πρόβαλαν πάνω από το λόφο που βρισκόμουν. Καταπληκτικό και μεγαλειώδες. 


Μερικές φορές η ομορφιά βρίσκεται εκεί που δε τη περιμένεις. Ένα ΣΚ που φάνταζε μάλλον βαρετό και δυσάρεστο αποδείχτηκε πανέμορφο και πολύ ενδιαφέρον. Το βουνό και το ξενοδοχείο (αν και δε χρειάστηκε να αναφερθώ και πολύ αλλά όποιος ενδιαφέρεται ας με ρωτήσει) είχαν τη δικής χάρη και το geocaching τη δική του περιπέτεια που ακόμα μια φορά μου προσέφερε την επίσκεψη σε … another one of those beautiful places that I never would have discovered without geocaching.


Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Αντάλοφος 2014. Το "Τάμα" που εκπληρώθηκε. Οι παρέες γράφουν την Ιστορία.


Η υπόσχεση είχε δοθεί από πέρσι τον Φεβρουάριο.  Ο Αντάλοφος δε μπορoύσε να περιμένει άλλο. Αλλά αυτή τη φορά δε θα ήταν μια απλή διαδρομή όπως οι άλλες : Ξυπνάμε νωρίς, περπατάμε, επιστρέφουμε. Αυτή τη φορά θα ήταν αναβαθμισμένη κατάσταση.

Η ιδέα είχε πέσει από τον Σάββα εδώ και καιρό. Διανυκτέρευση στο βουνό.

Εντάξει μη φανταστείς σκηνάκια, sleeping bags και φωτιά στο δάσος με παρέα τις αρκούδες. Σκεφτόμασταν κάτι πιο intellectual. Ένα ορεινό καταφύγιο,  ξενώνας η οποιοδήποτε κατάλυμα θα μας  ήταν αρκετό.  Πλακώσαμε τα τηλέφωνα αλλά με λύπη διαπιστώσαμε ότι κάποια από τα καταφύγια που είχαμε στο νου είτε είχαν κλείσει είτε δεν ήταν διαθέσιμα τη περίοδο που τα θέλαμε. Τελικά αυτό δε μας χάλασε και πολύ αϕού η τελική επιλογή αποδείχτηκε και η καλύτερη.

Στο κάτω-κάτω, μια καλή παρέα,  ένα όμορφο μέρος,  κατάλληλος καιρός και πολύ καλή διάθεση. Αυτά υπήρχαν.  Τι άλλο χρειάζεται κάποιος για να περάσει φανταστικά;

Κάναμε τις εντελώς απαραίτητες προμήθειες που περιλάμβαναν από κρέατα και ποτά μέχρι μερέντα και μακαρόνια και Σάββατο πρωί 2 jeep(s) και 6 περιπετειώδεις !!!  τύποι ξεκινάμε με προορισμό το Δασικό Χωριό Ερυμάνθου πάνω από τον Λειβαδίτη στη Ξανθή. Από τη διαδρομή κιόλας καταλάβαμε τι μας περίμενε από το χιόνι που είχε πέσει τις προηγούμενες μέρες.

Το πρόγραμμα λίγο αόριστο αλλά σίγουρα θα περιλάμβανε μια περιπατητική διαδρομή, μια διαδρομή on 4 wheels και ότι ήθελε προκύψει.

Φτάσαμε στον Ερύμανθο και μας δώσανε το σπιτάκι Νο 11 στην άκρη του χωριού.  Τα σπιτάκια εκεί πάνω μπορούν άνετα να φιλοξενήσουν 2 οικογένειες με μικρά παιδιά ή 6 ενήλικες  (με τις κατάλληλες προετοιμασίες) αρκεί να μην έχουν ύψους πάνω από 1,80m (λόγω των κρεβατιών). Εμείς διαθέταμε και ύψη πάνω από 1.80. Το πώς κοιμήθηκαν αυτοί το ξέρουν. Πάντως το πρωί καλά τους είδα, άρα μάλλον κανένα πρόβλημα.

Σε περίπτωση που κάποιος εκτός των υπολοίπων 5 !!!  διαβάσει αυτές τις γραμμές και χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες να αναφέρω ότι το σπιτάκι διαθέτει 2 δωμάτια με 2 κρεβάτια το καθένα και ένα σαλονάκι με ένα μπαουλοντίβανο, ένα μικρό καναπέ. Αν παίξει και κανένα φουσκωτό στρώμα ή καμία στρωματσάδα άνετα βολεύονται και περισσότερα άτομα καθώς η χρέωση είναι ανά σπιτάκι και όχι ανά άτομο. Διαθέτει ακόμα τουαλέτα, ένα χώρο αποθήκης, πλήρη κουζίνα και από θέρμανση 2 ατομικά καλοριφέρ, για κάθε δωμάτιο και το τζάκι στο σαλόνι. Μέχρι και ζεστό νερό υπάρχει για μπάνιο αν χρειαστεί. Στο μπαλκόνι υπάρχει και μία ψησταριά για τα μπινελίκια . Προφανώς όλα τα σπιτάκια είναι παρόμοια. Δε γνωρίζω αν υπάρχει κάποιο μεγαλύτερο. Στο χώρο πάντως υπάρχει και εστιατόριο για όποιον δε τα πάει καλά με τα κάρβουνα.

Ήταν μεσημέρι, Μόλις εγκατασταθήκαμε φύγαμε κατευθείαν για Αντάλοφο. Με τον Σάββα και το Τάσο είχαμε ένα «τάμα» να εκπληρώσουμε από τον Φεβρουάριο του 2013. Είχε περάσει ένα χρόνος που είχαμε δοκιμάσει τη πρώτη ανάβαση αλλά την αφήσαμε στη μέση λόγω του απίθανου χιονιού. Και αυτή τη φορά το χιόνι ήταν αρκετό αλλά σε καμιά περίπτωση όπως πέρσι. Ήταν τόσο όσο χρειαζόταν για να μην δυσκολεύει το περπάτημα αλλά να το φχαριστίεσαι και να το χαίρεσαι. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν 40εκ και ήταν και πιο παγωμένο οπότε τα πόδια δε βούλιαζαν και το περπάτημα ήταν πιο εύκολο.


Να σημειώσουμε εδώ ότι επίσημα η κορυφή ονομάζεται Ερύμανθος (εξού και το Δασικό Χωριό Ερυμάνθου). Πώς καθιερώθηκε σαν Αντάλοφος δεν έχω ιδέα. Μικρό το κακό όμως.


Η διαδρομή αποτελείται από 2 μέρη. Μία ημικυκλική πορεία μήκους ~1200m σε δασικό δρόμο που ξεκινάει από το Δασικό Χωριό του Ερύμανθου … και όλο αριστερά, και το ανηφορικό μονοπάτι μήκους λιγότερο από 700m που ξεκινάει από υψόμετρο ~1500m και καταλήγει στη κορυφή του Αντάλοφου στα κάτι λιγότερο από τα 1600m. Σε όλη τη διαδρομή υπάρχουν άσπρα/κόκκινα σημάδια πάνω στα δέντρα που δείχνουν το δρόμο και άρα δεν υπάρχει περίπτωση να χαθείς




Κάναμε λοιπόν την ημίκυκλική διαδρομή και πιάσαμε το μονοπάτι. Πάνω στο μονοπάτι το χιόνι ήταν πιο πολύ και δυσκόλευε περισσότερο το περπάτημα αλλά όχι αρκετό για να μας σταματήσει όπως τη προηγούμενη φορά. 

Άλλωστε αφού είχαμε φτάσει μέχρι εδώ δεν υπήρχε άλλος δρόμος εκτός της κορυφής.  

Αρχικά η πορεία είναι μέσα στο δάσος, στη συνέχεια σε ένα ξέφωτο, μετά πάλι λίγο δάσος και μετά μια περιοχή που οριοθετείται από το παλιό lift και σε ύψος περίπου  70 μέτρων ο Αντάλοφος … η κορυφή.

 
 
Το lift εγκαταστάθηκε το 1982 από τον ΕΟΣ Ξάνθης σε μια προσπάθεια αξιοποίησης της πλαγιάς σαν πίστα σκι.Δε γνωρίζω πόσο δούλεψε και αν οι άνθρωποι χάρηκαν το δημιούργημά τους. Τώρα  έχει εγκαταλειφθεί και παραμένει ένα ερείπιο,  μοναδικό πάντως ορόσημο της περιοχής και σημάδι της αγάπης κάποιων για το βουνό. 

Στο ιστορικό του συλλόγου αναφέρεται ότι έχει μήκος 180 μέτρων  άρα τόση ήταν και η τελική απόσταση που θα έπρεπε να διασχίσουμε για να ανεβούμε τα τελευταία 70 μέτρα του υψόμετρου. Βέβαια δε πήγαμε ευθεία άρα υπολόγισε σύνολο καμιά 300αριά μέτρα με τα ζιγκ ζαγκ για να είσαι μέσα.




Η Κορυφή του Αντάλοφου είναι αρκετά περιορισμένη. Καμία σχέση με αυτή του Αυγού, ή του Γυφτόκαστρου, ή του Καρπουζιού.  Πρακτικά ένας μεγάλος βράχος περιτριγυρισμένος κατά τα 2/3 με δέντρα – κάποια από τα οποία απογυμνωμένα από το αγιάζι - που δεν επιτρέπουν περιμετρική θεά.


Η επιφάνεια είναι αρκετά μικρή με περιορισμένο οπτικό πεδίο. Ειδικά προς το Βορρά δεν έχει καθόλου ορατότητα. Πρακτικά είναι ένα μικρό μπαλκόνι με θέα μόνο προς το Νότο. Τι θέα όμως !!!. Πρώτα απ’ όλα ακριβώς μπροστά σου έχεις ένα «γκρεμό». Αυτή η νότια πλευρά του Αντάλοφου είναι απότομη και αν δεν έκανα λάθος υπολογισμούς έχει ύψος τουλάχιστον 150-160 μέτρα. Κάτω χαμηλά το μάτι καταλήγει στο Δασικό Χωριό με τις κεραμοσκεπές να αχνοφαίνονται στο βάθος. Όπως μάθαμε αργότερα έχει δημιουργηθεί και μονοπάτι  από το Δασικό Χωριό προς τον Αντάλοφο απ’ ευθείας.

  

Στο βάθος βλέπεις όλες τις κορυφές της περιοχής του Λειβαδίτη, Δρυμός, Μαυρομάτι, Στρέφι, Τσίχλα  (τα ονόματα παρμένα από τους χάρτες του ΕΟΣ, αν κάνω λάθος στο προσανατολισμό  σχορνάτε με). Ακριβώς απέναντι η κορυφή της Χαιντούς με το δρόμο προς το παρατηρητήριο να  ξεχωρίζει καθαρά.  Εκεί πάνω μάλιστα είχε και σήμα κινητής (Ελλάδα και όχι Βουλγαρία, πάλι καλά) οπότε ήταν μια καλή ευκαιρία για ένα τηλέφωνο στο σπίτι και γιατί όχι και λίγη ζωντανή μετάδοση με 3G.



Αυτό ήταν. Το «τάμα» εκπληρώθηκε και με το παραπάνω. Τρεις το κάναμε έξι το εκπληρώσαμε. Ο Ηλίας, ο Αλέξης και ο Σταμάτης βοήθησαν σε αυτό. Δε καθίσαμε όμως περισσότερο. Άλλωστε πλησίαζε το απόγευμα και είχαμε και ένα σωρό προμήθειες που θα έπρεπε να καταναλωθούν. Πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Πολύ πιο διασκεδαστικός, με τα γλιστρήματα, τις τούμπες και τα παιχνίδια στο χιόνι όσο κατεβαίναμε τη κορυφή και πολύ πιο γρήγορος όσο σκεφτόμασταν τα καλούδια που μας περίμεναν (αλλά θα έπρεπε να ετοιμάσουμε πρώτα).



Πίσω στο σπιτάκι λοιπόν, χωρίς συνεννοήσεις και προγραμματισμό, αναλάβαμε σαν καλοκουρδισμένο ρολόι  τις διάφορες δουλειές.  Εγώ με τον Σταμάτη στα ψησίματα, ο Ηλίας τις πατάτες (ώ! ναι είχαμε και πατάτες) ο Αλέξης τα ξύλα και τα σαλατικά (στη τεχνοτροπία του κυβισμού),  ο Σάββας με τον Τάσο το καθάρισμα, το τζάκι, τη διευθέτηση του χώρου και κυρίως τη μουσική.  Το άκρον άωτον της περιπέτειας.



 


Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να αναφερθώ στο φαγοπότι. Κουβέντα στη κουβέντα, πλάκα στη  πλάκα πείραγμα στο πείραγμα , νύχτωσε και μετά τη χώνεψη η παρέα ήθελε καφέ. Η ιδέα να πάμε στο εστιατόριο-καφετέρια του Δασικού Χωριού αποδείχτηκε πολύ καλή κυρίως όσο αφορούσε την επόμενη μέρα.

Καθώς είχαμε έρθει χωρίς ιδιαίτερο πρόγραμμα, αλλά «έναν Αντάλοφο και ότι άλλο προκύψει», μας φάνηκε πολύ χρήσιμο το ότι ήρθε στη παρέα μας ο Σαράντης της ΕΟΔ και μας έδωσε πολλές πληροφορίες για το πού θα μπορούσαμε να πάμε, τις διαδρομές, τις αποστάσεις και τα ενδιαφέροντα σημεία. Ενδιαφέρουσες επίσης ήταν και οι διαφορές ιστορίες που είχε να μας διηγηθεί και κυρίως (αυτό το διαπίστωσα την επόμενη μέρα) ιστορίες συνδεμένες με τις τοποθεσίες που θα πετυχαίναμε στο δρόμο μας.  Πολύ καλός γνώστης της περιοχής μας έδωσε και ένα σκαρίφημα που περιλαμβάνει τους δασικούς δρόμους και τις κύριες τοποθεσίες του ορεινού όγκου του Λειβαδίτη.

Έτσι σιγά – σιγά διαμορφωνόταν στο μυαλό το Σάββα το αυριανό πρόγραμμα.  Στην επιστροφή στο σπιτάκι μας πήρε τα μεσάνυχτα και βάλε  με το να συζητάμε για το επόμενο πρωινό. Πήραμε και 2 τράπουλες για να περάσει η ώρα λες και δεν θα είχαμε τίποτα άλλο να κάνουμε. Τελικά το επόμενο δίωρο καταναλώθηκε και πάλι σε κουβεντούλα, ιστορίες, γέλια αλλά και προγραμματισμό δραστηριότητας.  Σαν κύριος στόχος ήταν η γέφυρα του Λεωνίδα  και μετά από διαδρομή στους δασικούς δρόμους και το μνημείο πεσόντων, κατάληξη στον καταρράκτη του Λειβαδίτη και επιστροφή σπίτια μας.
  
Η νύχτα δε πέρασε ιδιαιτέρα εύκολα για όλους αφού η έξαψη για όσα έγιναν και για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν  ήταν εμφανής. Τελικά η κούραση μας κατέβαλε όμως αντί να έχουμε πολύ πρωινό ξύπνημα και νωρίς αποχώρηση, με το πρωινό (είπαμε είχαμε και κάτι μερέντες) τον καφέ τη κουβέντα και  τη προετοιμασία μας πήρε καλές 10 για να ξεκινήσουμε.  

Ο δρόμος που πήραμε ήταν  χωμάτινος , δασικός και σκεπασμένος με χιόνι στο όριο του «βάζω, δε βάζω αλυσίδες». Αποφασίσαμε να μη βάλουμε αλλά υπήρχαν φορές που το μετανιώσαμε. Όπως π.χ όταν τα SUV παλατζέρναν και πετούσαν κωλιές ή όταν κολλούσαν στο λόγω των ακαταλλήλων για χιόνι λάστιχων. Βέβαια ακόμα και το σκάψιμο με το χέρι και το σκούντημα ήταν μέρος της εμπειρίας. Από τη στιγμή που όλα τελείωσαν καλά βέβαια.




Η επικοινωνία με τα 2 οχήματα γινόταν με ασυρμάτους αλλά η πλοήγηση βάση του χάρτη-σκαριφήματος που μας έδωσε ο Σαράντης. Από πλευράς κλίμακας ή σχεδιασμού δεν ήταν ένας ακριβής χάρτης αλλά ήταν ακριβέστατος όσο αφορά τα τοπωνυμία, τις αποστάσεις και τις κατευθύνσεις.

Ο βασικός κανόνας είναι « όλο αριστερά». Για να πας στη γέφυρα του Λεωνίδα  ακολουθείς τον κεντρικό από τους 3 «μεγάλους» δρόμους που διασταυρώνονται έξω από το Δασικό Χωριό και παραμένεις «όλο αριστερά» σε κάθε διασταύρωση που συναντάς. Παρένθεση : Σε όλες εκτός από μία. Μία πινακίδα ορίζει μία θέση θέας  στα αριστερά (πανόραμα έγραφε αν θυμάμαι καλά αλλά μη πολυβασίζεστε σε αυτό), περίπου 5 χιλιόμετρα από την εκκίνηση. Σε εκείνη τη διασταύρωση πρέπει να μείνετε δεξιά. Κλείνει η παρένθεση. Σε 2 ½ χιλιόμετρα είναι και τα λυόμενα του Λεωνίδα  (μάλλον ερειπωμένες κατοικίες ξυλοκόπων ;;;) και σε ακόμα 2  «όλο αριστερά» μπαίνεις  σε ένα μικρό χωματόδρομο που συναντάς και ένα πεσμένο κιόσκι και άμα δε προσέξεις αρκετά θα χάσεις και τη γέφυρα αλλά και τον Λεωνίδα τον ίδιο (που λέει ο λόγος).

Βλέπεις στις μέρες μας ο δασικός δρόμος δε περνάει πάνω από τη γέφυρα του Λεωνίδα αφού έχει κατασκευαστεί μία άλλη τσιμεντένια γέφυρα καμία 200αρια  μέτρα πριν. Μετά τη τσιμεντένια και καθώς ο δρόμος πάει παράλληλα προς το Αρκουδόρεμα αν δεν έχεις το νου σου μπορεί να προσπεράσεις το φράχτη του Δασαρχείου (σπασμένος) και τη κουπαστή  και να μη δεις τη γέφυρα που είναι πλέον κάθετη προς το χωματόδρομο. Δεν υπάρχει και κάποια πινακίδα… Με τα βρύα και τα χόρτα αλλά και το χιόνι που είχε καλύψει όλη τη περιοχή η γεφυρούλα ήταν καλά καμουφλαρισμένη και ευτυχώς που είχαμε επικοινωνία με τον Σαράντη μέσω ασυρμάτου που μας υπέδειξε το σωστό σημείο,  που είχαμε όμως ήδη προσπεράσει και θα έπρεπε να γυρίσουμε προς τα πίσω. Ευκαιρία για λίγο περπάτημα και ξεμούδιασμα.





Τη γέφυρα του Λεωνίδα τη ψάχναμε εδώ και καιρό. Όχι ότι είχαμε ανεβεί και δε μπορούσαμε να τη βρούμε. Απλά ανάμεσα στις κουβέντες που κατά καιρούς κάναμε, κάποιες φορές αναφερόμαστε και σε αυτή σαν πιθανό προορισμό. Άλλωστε είχαμε ήδη επισκεφτεί τις δύο γέφυρες με όνομα : αυτή του Παπά στο Ωραίο  και του Σταμάτη στο Βασιλοχώρι  και χρειαζόμασταν και τη 3η για να κλείσει το τρίπτυχο.

Ελάχιστες οι πληροφορίες που μαζέψαμε. Ότι έχει πέσει και έχουν μείνει μόνο τα 2 βάθρα της, ότι την έχουν γκρεμίσει χρυσοθήρες, ότι είναι πολύ δύσκολο να τη βρεις, ότι δεν αξίζει να πας εκεί κ.α. Τελικά λίγα απ’ όλα ισχύουν ή μάλλον στο περίπου. Ευτυχώς δεν έχει πέσει αλλά σίγουρα έχει τραυματιστεί από τους χρυσοθήρες καθώς είναι εμφανείς οι «επεμβάσεις» τους τόσο στη βάση όσο και στα βάθρα της γέφυρας (που στους γιατρούς να τα φάνε). Πραγματικά είναι πολύ μικρή , 6-7 μέτρα όλη κιόλη, μονότοξη, και έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το τοπίο τώρα σε κάνει να αναρωτιέσαι για τη χρησιμότητα της στο συγκεκριμένο σημείο πάνω από το Αρκουδόρεμα. Βέβαια τον καιρό που χτίστηκε τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά και σίγουρα η χρησιμότητά της ήταν πολύ μεγαλύτερη.



 Έψαξα και στο internet μπάς και βρω οποιαδήποτε πληροφορία αλλά μάτια. Το πιο «πλούσιο» υλικό που βρήκα ήταν στη σελίδα του Υδροκρίτη  αλλά και αυτό όχι και πολύ επεξηγηματικό. 5 προτάσεις όλο κιόλο.

 "Η περιοχή της ορεινής Ροδόπης είναι διάσπαρτη από μικρά και μεγάλα τοξωτά γεφύρια που φυσικά δεν τα γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος λόγο της δύσκολης πρόσβασης σε αυτά.


Η μικρή αυτή γέφυρα είναι μήκος το πολύ 6-7 μέτρα και διασχίζει το αρκουδόρεμα που είναι ένας από τους βασικούς παραπόταμους του Νέστου. Φυσικά λόγο της μειωμένης βροχής τους τελευταίους μήνες, δεν έχει πολύ νερό.


Πρόκειται για γέφυρες οι οποίες είναι κατά μήκος των αρχαίων δρόμων και μονοπατιών που ένωναν την Βόρεια Ελλάδα με τις υπόλοιπες χώρες. Δεν είναι τυχαίο που πάνω σε αυτές τις διαδρομές υπάρχουν διάσπαρτα κάστρα και φρούρια όπως της Καλύβας και Γυφτόκαστρου, που είναι τα πιο γνωστά, τα οποία έχουν κατασκευαστεί από την Ρωμαική εποχή ακόμα, για να προστατεύουν τις διαβάσεις και τους δρόμους που οδηγούν στην πεδινή Θράκη και την υπόλοιπη Ελλάδα γενικότερα από επιδρομές από τον Βορά"

Βέβαια εμένα προσωπικά με εξιτάρουν φράσεις όπως «αρχαίων δρόμων και μονοπατιών» ή «διάσπαρτα κάστρα και φρούρια». Η φαντασία οργιάζει σκεπτόμενος  αρχαίους στρατούς, καραβάνια, χωρικούς, κοπάδια, ξυλοκόπους  και αγωγιάτες στα βάθη της ιστορίας να διασχίζουν τα μοναδικά περάσματα.Την διασχίσαμε, τη φωτογραφίσαμε, τη βιντεοσκοπήσαμε, τη χαρήκαμε και μας χάρηκε και ξεκινήσαμε για το υπόλοιπο της τζιπάδας. 

Ακολουθήσαμε για λίγο παράλληλα το Αρκουδόρεμα και στρίψαμε και πάλι αριστερά σε ακόμα μία διασταύρωση πάνω σε μια τσιμεντένια γέφυρα. Εκεί η περιοχή ήταν «Νότια» καθώς δεν υπήρχε ίχνος χιονιού. Ο καθαρός χωματόδρομος μας έκανε να ανεβάσουμε λίγο ταχύτητα μέχρι που μια μικρή αβαρία μας έκοψε τη φόρα. Ας είναι καλά ο Τάσος που χώθηκε κάτω από το jeep(s) και διόρθωσε επί τόπου τη βλάβη.

Κάπου εκεί έχασα και τον προσανατολισμό μου καθώς ο χρόνος της διαδρομής μου είχε φανεί πολύ μεγαλύτερος έτσι όπως τον υπολόγιζα βάση του χωρίς κλίμακα σκαριφήματος. Παρ’ όλα αυτά πάνω στο δρόμο Αρκουδορέματος – Κερασοχωρίου βρεθήκαμε σε ένα καταπληκτικό σημείο μίας υπέροχης θέας με αμφιθεατρικά υψώματα και κάθετους βράχους να κόβουν την ανάσα. Τόσο μεγαλειώδες το τοπίο που παρόλο που το βιντεοσκόπησα πραγματικά δεν αξίζει να παραθέσω υλικό γιατί θα χάσει τη μαγεία του. Η φύση και πάλι καλλιτέχνησε στα βουνά της Ροδόπης.

Πλησιάζαμε προς τη διασταύρωση του Κερασοχωρίου όταν το μάτι μας έπεσε πάνω σε ακόμα μια ομορφιά. Από ύψος περίπου 10 μέτρων σχηματιζόταν ένας μικρός καταρράκτης με παγωμένα σε μερικά σημεία νερά. Ένα επιβλητικό, πανέμορφο, φυσικό, υπερθέαμα που το μόνο που το χαλούσε ήταν το ότι δεν είχε περισσότερο νερό. Παρ όλα αυτά ήταν κάτι αναπάντεχα όμορφο που άξιζε ένα 10λεπτο παρατήρησης. Κατεβήκαμε από τα οχήματα, βάλαμε Ποντιακά στο τέρμα και θαυμάζαμε ακόμα ένα κόσμημα της φύσης.




Στην επόμενη διασταύρωση στρίψαμε δεξιά. Μπήκαμε σε ένα δάσος από έλατα και σκεφτόμασταν πόσο όμορφα θα ήταν καλυμμένα από χιόνι. Δε πειράζει, και έτσι όμορφα ήταν.


Προορισμός μας αυτή τη φορά το Μνημείο Πεσόντων στη θέση «Σιδηρά Πύλη» . Δυστυχώς η Ιστορία είναι γεμάτη μαύρες σελίδες. Μια από αυτές γράφτηκε εδώ πάνω όταν στις 12/08/1944 εκτελέστηκαν 25 άντρες από το χωριό Τραχώνι Δράμας   (καμία 5 χιλιόμετρα από το σημείο) επειδή αρνηθήκαν να δηλώσουν Βουλγαρική υπηκοότητα κατά την απογραφή. Ένας Σταυρός πάνω σε ένα βράχο και ένα μαρμάρινο μνημείο με τα ονόματα των εκτελεσθέντων 30 μέτρα στο βάθος θυμίζουν στον επισκέπτη τις θηριωδίες του πολέμου. Ε! όσο να ’ναι μας χάλασε το όλο σκηνικό. Καθόμασταν αμίλητοι και κοιτούσαμε το μνημείο. Το φωτογραφίσαμε μεν αλλά … 


Δε πρέπει να γίνονται τέτοια πράγματα. Τώρα είναι ένα μνημείο. Μη ξεχνάμε όμως ότι ήταν ένας τόπος εκτέλεσης.


Συνεχίσαμε πάνω στο χωματόδρομο. Στο δρόμο βλέπαμε ταμπελάκια από τον αγώνα Rodopi Ultra Trail (rout) , Το κομμάτι αυτό αποτελεί το  τέλος του αγώνα των 160 χιλιομέτρων στα Βουνά της Ροδόπης που ξεκινά από το Παρανέστι και τερματίζει στο Δασικό Χωριό του Ερύμανθου.

Τελευταίος προορισμός all time classic  ο Καταρράκτης του Λειβαδίτη. Παρκάραμε και αρχίσαμε το κατέβασμα. Καλό το κατέβασμα δε λέω αλλά σαν το ανέβασμα δεν έχει. Σκεφτόμενος λοιπόν το ανέβασμα που με περίμενε έδωσα την ευχή μου στην υπόλοιπη παρέα και έμεινα στα μισά της διαδρομής ώστε να πάρω την μισή ανηφόρα στη συνέχεια. Ο Τάσος έμεινε για παρέα μου. Άλλωστε στον Καταρράκτη έχουμε πάει ουκ ολίγες φορές. Περίπου στα μέσα της διαδρομής έχει ένα κιόσκι, λίγο αριστερά ένα βράχο και πάνω στο βράχο μια εξίσου όμορφη θέα, Τον λεγόμενο μικρό καταρράκτη του Λειβαδίτη. 

Λέγεται ότι αυτόν τον καταρράκτη δε το πετυχαίνεις πάντα με τόσο νερό. Ε! εμείς ήμασταν τυχεροί. Εντάξει δεν είναι σπάνιο να τον πετύχεις αλλά δε σημαίνει ότι υπάρχει όλο το χρόνο. Συνήθως δε πλησιάζεις κοντά (αν και έχει κάποιο μονοπάτι) όπως τον μεγάλο,  αλλά τον θαυμάζεις από απόσταση.


 
 

Στο σημείο εκείνο επέλεξα να τοποθετήσω μία κρύπτη. Ξεκινόντας ο αρχικός μου στόχος ήταν να τη τοποθετήσω κοντά στο μεγάλο καταρράκτη. Το κακό είναι ότι εκεί υπάρχει ήδη καταχωρημένη μία κρύπτη που έχει εξαφανιστεί. Αυτήν είχαμε προσπαθήσει να βρούμε με τον Σάββα όταν ξεκινούσαμε το κυνήγι πρίν από 3 χρόνια. Η κρύπτη  GC2NHDP Leivaditis waterfalls  δεν υπάρχει πλέον. Καθώς οι κανόνες του παιχνιδιού δεν επιτρέπουν 2 κρύπτες κοντά - κοντά είχα ζητήσει από τον ιδιοκτήτη να την ακυρώσει για να μπορέσω να εγκαταστήσω τη δικιά μου. Δυστυχώς ο Hyperdesmo δε μου απάντησε έγκαιρα οπότε εγώ δε μπορούσα να βάλω τη δικιά μου σε εκείνο το σημείο.  Έτσι επέλεξα το βράχο απέναντι από τον μικρό καταρράκτη. Τώρα που το σκέφτομαι έκανα μία μάλλον πρόχειρη τοποθέτηση σχεδόν πάνω στην επιφάνεια του βράχου και τελείως ακάλυπτη…τέλος πάντων. Η κρύπτη  Flash Light Cache που ακόμα δεν έχει δηλωθεί στο www.geocaching.com είναι τοποθετημένη από τις 9 Φεβρουαρίου 2014. Μόλις δηλωθεί θα περιμένει τους επίδοξους geocachers. Είναι ένας φακός που κρύβει μέσα του το logbook και ένα μικρό μολυβάκι. Καλό κυνήγι.

 


Πήραμε με τον Τάσο την ανηφόρα (τη μισή) εμένα πάντως μου βγήκαν τα σκότια ολόκληρα. Δεν είμαι για τέτοιες ταλαιπωρίες εγώ. Σε λίγο ανέβηκαν και οι υπόλοιποι συνοδοιπόροι κατενθουσιασμένοι από το θέαμα που συνάντησαν.

Δε ξέρω τι να γράψω για επίλογο. Όταν περνάς τόσο ωραία, όταν συναντάς τόση ομορφιά, όταν μπλέκεσαι σε τόση περιπέτεια ε! τότε δε θέλεις να τελειώσει ποτέ. Οπότε δεν έχει επίλογο. Έχει μόνο…. What’s next???